Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015

"Το ταξίδι με τον αξύριστο" της Έλενας Χριστοδουλίδου, μέρος δεύτερο: διερευνώντας τα θεμελιώδη του ατελείωτου κόσμου των Μεγάλων Ιδεών

Ιδέες , ιδέες, ιδέες…

Γράφει η Έλενα. Περιηγητής στο μακρινό ταξίδι ο αξύριστος…

Προχωρήσαμε  προς την μεγάλη μαύρη αίθουσα. Θέατρο τυφλών, εστιατόριο ‘Παρακαλώ ακουμπήστε’ . Ένας χώρος διαχειριζόμενος από ανθρώπους με ολική ή μερική απώλεια όρασης και κάποιους άλλους με απώλεια ακοής. Ετοιμαζόμαστε για ένα γεύμα στο σκοτάδι, περιμένοντας μπροστά σε μια μαύρη βελούδινη κουρτίνα.

Την ώρα της αναμονής θυμήθηκα την τρελή  ιστορία. Αν και προβληματισμένη, αφού λίγες μέρες πριν με είχε ρωτήσει πως σκέφτονται οι άνθρωποι στην Κύπρο και το ερώτημα ακόμα στριφογύριζε στο μυαλό μου, νιώθω την ανάγκη να την μοιραστώ μαζί του. Θυμάμαι την απάντηση της στιγμής που του είχα δώσει: It’s beautiful if you are there for holidays…

Προσπαθώ συνειδητά να μην προσθέσω χαρακτηρισμούς στην περιγραφή μου αφού θέλω να ακούσω την δική του άποψη στο τέλος.

Ένας κύριος σε ψηλή θέση ενός δημόσιου οργανισμού είχε την ιδέα να φτιάξει μια κουπαστή σε απομακρυσμένη παραλία. Στην κουπαστή, ανά 3 μέτρα, θα στερεώνονταν σχοινιά που θα προορίζονταν για τυφλούς ανθρώπους ώστε να μπορούν να απολαύσουν – έτσι έλεγε η ιδέα - ανέμελα το κολύμπι, χωρίς τον κίνδυνο πνιγμού η απομάκρυνσης τους από την παραλία. Τυφλοί κολυμβητές ‘εγκλωβισμένοι’ στην ασφάλεια των σχοινιών!

Οι τυφλοί κολυμβητές θα φορούσαν στο κεφάλι και ένα στεφάνι με λαμπιόνια για να μην τους χάνουν οι φίλοι και συγγενείς. Ο υψηλόβαθμος κύριος θεωρούσε το φωτεινό αυτό στεφάνι αναγκαίο διότι πίστευε πως οι τυφλοί ως … τυφλοί θα έκαναν μπάνιο μόνο το βράδυ. Γιατί μόνο το βράδυ; Διότι έτσι κι αλλιώς δεν βλέπουν! Η ιδιοφυής στο νου αυτού που την συνέλαβε ιδέα αυτή προτάθηκε σε ‘οπισθοδρομική’  οργάνωση τυφλών προς υλοποίηση και βέβαια απερρίφθη όπως ο ίδιος μανιασμένος ομολόγησε.

 Βλέπω το βλέμμα και το χρώμα του αξύριστου περιηγητή με τα βαθουλά μάτια να αλλάζει. Με ρωτά με απόλυτη ηρεμία αν αυτό είναι ένα κακόγουστο αστείο από αυτά που κάνουν οι δυτικοί για τους ανθρώπους της ανατολής με τα σχιστά μάτια. Θα ήθελα να είναι ένα ηλίθιο αστείο εκ μέρους μου όμως θλίβομαι ιδιαίτερα γιατί ο συντοπίτης, εξέφρασε μια ιδέα στον δικό του νου ‘καινοτόμα’. Προφανώς μια τελείως ηλίθια ιδέα, όμως μόνο ως τέτοια μη κατανοητή από τον ίδιο. Θυμάμαι το ερώτημα που μου πέρασε από το μυαλό όταν μου την γνωστοποίησε όμως δεν του το έθεσα κρίνοντας ότι καμιά σημασία δεν έχουν τα ερωτήματα λογικής αναμετρούμενα με την ηλιθιότητα: Εσείς καλέ μου υψηλόβαθμε κύριε δεν έχετε την ανάγκη να δροσίζεστε στη θάλασσα όταν ο ήλιος καίει, όταν η θερμοκρασία κινείται περί τους 40 βαθμούς; Μήπως η αναπηρία αλλάζει αυτόματα και την αίσθηση ζέστης που νοιώθουν οι άνθρωποι; Αυτό νομίζετε;

Υλικά ιδέας: κουπαστή, σχοινιά , λαμπάκια στο κεφάλι, τυφλοί άνθρωποι. Εμπνευστής: Κύριος διορισμένος σε ψηλή θέση ευθύνης ενός από τους δημόσιους οργανισμούς. Απειλή: Οι ιδέες του μπορούν  μάλιστα να υλοποιηθούν κάποια στιγμή…

Ο Γιούτζι μου γνέφει πως πρέπει να περάσουμε πίσω από την βελούδινη μαύρη κουρτίνα. Ξεκινά η εμπειρία του γεύματος στο σκοτάδι. Ένα ρεύμα αέρος από δεξιά , σταγόνες κρύες στην ρίζα των μαλλιών και αμέσως μια λουλουδένια μυρωδιά απλώθηκε γύρω μας. Νοιώθω ένα μαλακό άγγιγμα στα χέρια, κάποιος μου δίνει ένα μικρό δέντρο, υποψιάζομαι πως είναι μπονζάι. Ένα μεταξωτό ύφασμα, μια ρευστή μπάλα, ένα υγρό ύφασμα, ένα λουλούδι , ένα κακτώδες παχύφυτο, ένα κοχύλι, κόκκοι ρυζιού. Μου ζήτησαν να διαλέξω δύο αντικείμενα, κάθε αντικείμενο αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο μενού.

Προσπαθούσα να δω έστω κάτι που θα έλυνε την περιέργεια: πως είναι ο χώρος, τα χρώματα, τα αντικείμενα. Το σκοτάδι ήταν πυκνό, τίποτα δεν διακρινόταν. Καθόμασταν στο πάτωμα σε παγκάκια ίσως και σε σκληρά μαξιλάρια. Συνέχισα να ψηλαφώ για να καταλάβω τι άλλο βρισκόταν κοντά μου. Εξάλλου η ονομασία του ξεχωριστού αυτού μέρους το έλεγε ‘Ακουμπήστε με’. Ακούω το όνομα μου σχεδόν ψιθυριστά από απέναντι και επανέρχεται η κουβέντα στην ιστορία που μοιράστηκα με τον αξύριστο  λίγο πιο πριν.

Ρητορικά ερωτήματα: Αν πράγματι ξέρεις να βλέπεις γιατί να ανησυχήσεις για το πώς θα κολυμπήσουν οι τυφλοί; Αν πράγματι ξέρεις να ακούς γιατί να ανησυχήσεις για το πώς θα ακούσουν οι άνθρωποι με προβλήματα ακοής. Αν πράγματι ξέρεις να είσαι ερωτευμένος γιατί να σκέφτεσαι πως θα νοιώσεις αν ο σύντροφος σου σε απατήσει;

Κάποιες πρώτες απαντητικές ιδέες: Είναι πάμπολλοι οι δήθεν δημιουργοί ιδεών, αυτοί που κοκορεύονται για τις πρωτότυπες ιδέες, για τις προοδευτικές ιδέες, για τις φοβερές ιδέες τους. Το βέβαιο είναι πως όταν κάποιες από αυτές ξεφεύγουν από το νου τους ή από τα χαρτιά που τις έχουν καταγράψει και αναμετρώνται με την πραγματικότητα, τότε περίτρανα αποδεικνύεται πως οι προσδοκίες για τη σοφία που δήθεν περιείχαν παταγωδώς καταρρέουν. Μήπως συμβαίνει έτσι, μήπως είναι βέβαιη η κατάρρευση όταν δεν υπάρχει βάση; Ούτε καν υποψία για το ποιες πράγματι ιδέες είναι αξιόλογες ώστε να αξίζει τον κόπο να επενδυθεί χρήμα και χρόνος για την υλοποίησή τους;

Ο αξύριστος δεν δείχνει καθόλου να παραξενεύεται. Έχει έτοιμη την απάντηση. Μέσα από ένα παράδειγμα:

Σε ένα μικρό απομακρυσμένο νησί, ένα βουνό πέτρες μετατράπηκαν σε δύο αίθουσες, η μία μεγαλύτερη πολλαπλής χρήσης. Έξω  κρεμαστοί κήποι οάσεως, ξεκούρασης και ειδυλλιακών συναντήσεων. Η πέτρα σκληρή, πολύχρωμη, απόλυτα ταιριαστή στο περιβάλλον. Όλα καμωμένα με υψηλές προδιαγραφές, χώροι εξοπλισμένοι καταλλήλως για χειμώνα και καλοκαίρι, τεχνολογία συμβατή με τις πλέον σύγχρονες ανάγκες. Όμως, κανένας δεν ασχολήθηκε με την ζωή όσων θα βίωναν την καθημερινότητα του χώρου. Αυτό θα έπρεπε να είναι η πρώτη σκέψη πριν την δημιουργία των ντουβαριών και όχι το αντίστροφο. Η πρώτη σκέψη, η θεμέλια σκέψη.

Γενικότερα για την θεμέλια σκέψη: Το νησί δεν είχε μεγάλη παιδική χαρά, έφτιαξαν μια μεγάλη παιδική χαρά. Όμως δεν είχε πολλά παιδιά. Το νησί δεν είχε ένα τεράστιο εστιατόριο, έφτιαξαν ένα ογκώδες εστιατόριο. Όμως δεν είχε πολλούς που θέλανε να φάνε. Το νησί χωρίς πολλά μαγαζιά με κάθε λογής πραμάτεια απέκτησε και τέτοια. Το χωριό δεν είχε δρόμο προς την νότια πλευρά, χαράχτηκε και ένας τέτοιος μεγάλος δρόμος και ας μη τον χρησιμοποιούσε κανένας αλλοιώνοντας την ομορφιά του τοπίου και του βουνού.

Όταν λείπουν τα θεμέλια: Οι άνθρωποι αρέσκονται στην αναμέτρηση μεταξύ τους παρά στην παρατήρηση της πραγματικής τους ανάγκης. Και τότε …αλλοίμονο. Αλλοίμονο αν δεν μπορεί κάποιος να αντιληφτεί τις πραγματικές ανάγκες που είναι ορατές ενώπιον του. Αλλοίμονο αν λείπει η βασική γνώση, η αίσθηση της αλήθειας, και υποκαθίσταται από την ψευδαίσθηση της Μεγάλης Ιδέας. Αλλοίμονο αν οι έννοιες της διευκόλυνσης και της εξυπηρέτησης των αναγκών συγχέονται με την βαθιά εγωκεντρική αυταπάτη ότι πρέπει πάση θυσία να αποκτήσουμε ότι έχει ο δίπλα και κάτι παραπάνω.

Η αλήθεια που τότε απομένει: Στο νησί που δαπανήθηκαν πολλές χιλιάδες για τον ένα και “μεγάλο”  δρόμο που κανένας δεν χρησιμοποιεί τα πολλά μικρά δρομάκια που όλοι χρησιμοποιούν, ακόμα δεν φωτίζονται. Το νερό είναι λίγο και δεν φτάνει ποτέ στην ώρα του. Τα όμορφα μονοπάτια της φύσης που θα προσέλκυαν το ενδιαφέρον χιλιάδων ανθρώπων έμειναν χορταριασμένα έτοιμα για κάποια φωτιά που θα τα αποτελειώσει. Τα εστιατόρια άδεια, τα βαρκάκια άδεια , η παιδική χαρά βουβή.

Το εντονότερο όλων σημάδι αυτής της θλιβερής αλήθειας: Υπάρχει εκεί ψηλά χωσμένη στο πράσινο η αίθουσα πολλαπλής χρήσης, το αποδεικτικό της ματαιοδοξίας αυτού που είχε την ιδέα της. Άδεια και αυτή! Αφού σε τούτο το νησί δεν μένουν παρά μόνο 100 άνθρωποι και όλοι ηλικιωμένοι. Οι άλλοι φύγανε και φεύγουν …


Η τελική ιδέα δική μου: Το νησί της έμπνευσης και εφαρμογής των μεγάλων ιδεών ζει πλέον μόνο με αυτές, μειώνονται συνεχώς οι άνθρωποι που έχουν την ανάγκη τους. Δεν την είχαν ποτέ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου