Είναι γνωστό πως τελείωναν κάτι τέτοιες καταστάσεις
τον παλιό καιρό με μια θαυμάσια κοπέλα σε μια άθλια συντηρητικών αρχών
οικογένεια:
*Το
μυθιστόρημα “Τι να κάνουμε;” του Νικολάι Τσερνισέφσκι αγαπήθηκε στους καιρούς
του (εκδόθηκε ενάμισι και κάτι αιώνα πριν) όσα ελάχιστα γραπτά. Δεν είναι λίγοι
αυτοί που ισχυρίζονται ότι η επίδρασή του στους τότε συγγραφείς και
διανοουμένους είναι συγκρίσιμη με αυτήν του Κεφαλαίου του Κάρολου Μαρξ. Γιατί;
Που οφείλεται αυτή η καταλυτική επίδραση, ο στα όρια της λατρείας σεβασμός; Με
μια κουβέντα: Όχι στις απαντήσεις καθαυτές που δίνονται στο ερώτημα – τίτλο,
αλλά στην απλή και αψεγάδιαστη απόδοση του περιεχομένου των άπειρων κρίσιμων
ερωτημάτων που το(ν) συνθέτουν. Ο
Τσερνισέφσκι δεν σπεύδει ποτέ να απαντήσει, μέλημά του μοναδικό είναι να μάθουν
οι άνθρωποι να ρωτάνε (τους εαυτούς τους) τα σωστά ερωτήματα. Αυτό τους προκαλεί να μάθουν “να
κάνουν”.
Αν
θελήσουμε να ορίσουμε ένα θέμα στο μυθιστόρημα ως τέτοιο μπορεί να οριστεί η
αλλαγή της κοινωνίας σε μια πιο ανθρώπινη, κοινοβιακού χαρακτήρα, βάση της
οποίας είναι η άνευ όρων ισότιμη θέση της γυναίκας με τον άντρα. Τι συμβαίνει
με μια θαυμάσια κοπέλα σε μια άθλια οικογένεια; Ας δούμε πώς ξεδιπλώνεται η
απόδοση του ερωτήματος:
Της φορτώνουν με το ζόρι έναν αρραβωνιαστικό,
άνθρωπο άξεστο, που δεν της αρέσει, που είναι λίγο σάπιος, κι όσο περνάει ο
καιρός γίνεται όλο και πιο σάπιος. Κοντά της όμως, της υποτάσσεται και σιγά
σιγά μετατρέπεται σε συνηθισμένο άνθρωπο, ούτε καλό ούτε κακό. Στην αρχή η
κοπέλα δεν θέλει ν’ ακούσει για γάμο, αλλά σταδιακά συνηθίζει να τον έχει υπό
τις προσταγές της και αφού πείθεται ότι από τα δυο κακά – τέτοιον άντρα και
τέτοια οικογένεια, την δική της – ο άντρας είναι το μικρότερο, κάνει
ευτυχισμένο τον θαυμαστή της.
Κάποτε, η ιδέα να κάνεις κάποιον ευτυχή χωρίς να τον
αγαπάς, της προκαλούσε φρίκη. Όμως ο σύζυγος είναι υπάκουος. Θα τον αντέξει, θα
τον αγαπήσει, κι έτσι θα μεταμορφωθεί σε μια συνηθισμένη καλή κυρία, δηλαδή στη
γυναίκα που, όσο και αν η ίδια είναι καλή, έχει συμφιλιωθεί με την χυδαιότητα
και ζει στον κόσμο ανώφελα.
Αυτά συνέβαιναν παλιότερα με τις θαυμάσιες κοπέλες,
αυτά συνέβαιναν και με τους θαυμάσιους νεαρούς, που όλοι μεταμορφώνονταν σε
καλούς ανθρώπους που ύστερα ζούσαν τη ζωή τους ανώφελα. Έτσι γινόταν παλιότερα,
διότι οι αξιοπρεπείς άνθρωποι ήταν σπάνιο είδος, η σοδειά των αξιοπρεπών που
έβγαζε ο κόσμος ήταν περιορισμένη κι ο καθένας πορευόταν όπως μπορούσε. Και
αφού δεν γίνεται να περάσεις τη ζωή σου στη μοναξιά, χωρίς να μαραζώσεις, είτε
λοιπόν μαράζωναν είτε συμφιλιώνονταν με τη χυδαιότητα…
*"Έτσι
γινόταν παλιότερα": Η φράση δεν έχει την έννοια της
αναδρομής στον αόριστο ιστορικό χρόνο, είναι η “αγαπημένη” του συγγραφέα για να
ορίσει τον “δικό του χρόνο” ως το μεταίχμιο ανάμεσα στο παλιό και στο νέο. Ως
τον χρόνο όπου απελευθερωτική σημασία έχει μόνο η απόδοση του περιεχομένου των
ερωτημάτων, όπου αυτή είναι η μόνη αληθινά απελευθερωτική “απάντηση”. Κατανοητό; Μη σπεύσετε να απαντήσετε,
βασανιστείτε λίγο αν δεν σας πειράζει με το ερώτημα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου