Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Βαλκανική βαθιά ψυχή: Πάρτε για γερή δόση της μαζί σας όσοι νιώθετε ότι η ανάγκη της ξεκούρασης πηγάζει από τη διαρκή αναμέτρηση με τα ατελείωτα "γιατί"...

Γιατί; Γιατί οι άνθρωποι δεν ξεφωνίζουν όταν τους οδηγούν στο θάνατο, γιατί δε διαμαρτύρονται, γιατί δε γυρεύουν βοήθεια; Γιατί δε δραπετεύουν;

Γιατί ποτέ δε δραπετεύουν;

Όσοι στις λεγόμενες θερινές αποδράσεις σας νιώθετε ότι η διαρκής ανάγκη της ξεκούρασης άμεσα πηγάζει από την διαρκή αναμέτρηση με τα ατελείωτα “γιατί”, πάρτε παρέα μαζί σας κάμποσα από δαύτα. Βγαλμένα απευθείας από την βαλκανική βαθιά ψυχή – “Ο δερβίσης και ο θάνατος”, Μέσα Σελίμοβιτς, εκδόσεις Επίκεντρο – είναι δοσμένα με τη συγκινητική ένταση του ζωντανού ονείρου:

Ήταν σκοτάδι χωρίς φεγγάρι και χωρίς αιθρία, νύχτα χωρίς φώτα και χωρίς ζωή, μόνο σκυλιά γαβγίζουν στις αυλές, απαντώντας στο μακρινό γάβγισμα απ’ τα βουνά, κοντά στον ουρανό, πέρασαν τα μεσάνυχτα και τα πνεύματα ελέγχουν τον κόσμο, οι ασύλληπτοι άνθρωποι κοιμούνται, ονειρεύονται ευχάριστα όνειρα στο σκοτάδι, και τα σπίτια είναι στο σκοτάδι, και η κωμόπολη και ο κόσμος, αυτός είναι χρόνος ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, στιγμή κακών πράξεων, ανθρώπινες φωνές δεν υπάρχουν ούτε ανθρώπινα πρόσωπα, εκτός απ’ αυτές τις σκιές που φυλάνε το δικό μου. Κανείς δεν υπάρχει, μόνο η ταραγμένη ζεστασιά μου ζει σ’ αυτή τη σκοτεινή ερημιά.

Από κάπου, κάποτε, αναβοσβήνει φοβισμένη καντήλα εξαιτίας ενός άρρωστου, εξαιτίας του παιδιού που ξύπνησε στην κακοκαιρία απ’ τον φόβο μου, από δυσοίωνο θόρυβο, με τρομάζει η σκέψη γι’ αυτόν τον γαλήνιο κόσμο, την απωθώ για να μη βλέπω τον εαυτό μου να βαδίζει μέσα στο σκοτάδι προς την άγνωστη μοίρα, βαδίζω προς τα κάπου, χωρίς ανάγκη, πουθενά, μου φαίνεται ότι βαδίζω, χάνω την αίσθηση της πραγματικότητας, σα να μην είμαι σ’ αυτό τον κόσμο, σα να μην είμαι ξυπνητός, αυτό εξαιτίας του σκοταδιού, εξαιτίας των άμορφων σκιών, επειδή δεν πιστεύω ότι αυτός είμαι εγώ, ότι αυτός μπορεί να είμαι εγώ.

Αυτός είναι κάποιος άλλος, τον γνωρίζω, τον κοιτάζω, ίσως είναι κατάπληκτος, ίσως φοβήθηκε. Ή έχασα το δρόμο μου, δεν ξέρω πού είμαι, κάπου είμαι, μια φορά στη ζωή μου περνάω από δρόμους που ξεκαθαρίστηκαν, ποτέ δεν ήμουνα σ’ αυτό το μέρος και δεν μπορώ να βγω, αλλά να, τώρα κάποιος θ’ ανάψει φως και θα με καλέσει σε σίγουρο καταφύγιο. Αλλά κανένας δεν άναψε φως, καμιά σωτήρια φωνή δεν μου έδειχνε το δρόμο, διαρκούσε η νύχτα και το ξένο τοπίο και η δυσπιστία, όλα είναι φριχτό όνειρο, θα ξυπνήσω και θ’ ανασάνω.  
       
Γιατί οι άνθρωποι δεν ξεφωνίζουν όταν τους οδηγούν στο θάνατο, γιατί δε διαμαρτύρονται, γιατί δε γυρεύουν βοήθεια; Γιατί δε δραπετεύουν;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου