Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Εγκώμιο στον διασημότερο όλων των εποχών Χρυσοθήρα, ψηλαφώντας τον αμύθητο χρυσό της βαθιά οικουμενικής σκέψης του ανατρεπτικού βωβού κινηματογράφου

Η περίπτωση μιας ομάδας χρυσοθηρών που έφερε το όνομα “ομάδα Ντόνερ” και η οποία έχασε τον δρόμο της καθώς κατευθυνόταν προς την Καλιφόρνια και βρέθηκε στα χιονισμένα βουνά της Σιέρα Νεβάδα είχε μεν καταγραφεί σε ένα μικρό τοπικό βιβλίο πλην όμως δεν ήταν ευρέως γνωστή. Η δημιουργία μιας ταινίας βασισμένης στην περιπέτεια της ομάδας Ντόνερ από τον διάσημο Τσάπλιν είναι βέβαιον ότι θα έκανε γνωστή την περίπτωση σε όλες τις ΗΠΑ και όχι μόνο.

Ο κάτι παραπάνω από ευφυής Τσάπλιν γνώριζε πολύ καλά ότι η πρότερη γνωστοποίηση της πηγής έμπνευσής του θα δημιουργούσε φοβίες. Γι’ αυτό και δεν μίλησε δημόσια γι’ αυτήν παρά μόνο μετά την προβολή της ταινίας. Από τους 160 κυνηγούς του αμερικάνικου ονείρου της ομάδας Ντόνερ μόλις οι 18 κατάφεραν και επέζησαν από την πείνα και το κρύο. Ορισμένοι από αυτούς οδηγήθηκαν στον κανιβαλισμό τρώγοντας τους νεκρούς και άλλοι έψησαν τα μοκασίνια τους για να ανακουφιστούν από την πείνα.

Η προβολή της ταινίας συνοδευόμενη από την γνωστοποίηση της περίπτωσης που την ενέπνευσε σε παγκόσμιο ακροατήριο, κατέστησε την επιδιωκόμενη σάτιρα στο αμερικάνικο όνειρο 100% ανατρεπτική, προσδίδοντάς της τον απαραίτητο ρεαλιστικό χαρακτήρα. Τα σπαγγέτι κορδόνια και ο χρυσοθήρας κοτόπουλο δεν ήταν πλέον αποκλειστικά e-xtreme προϊόντα της κινηματογραφικής φαντασίας του δημιουργού τους αλλά και αληθινά προϊόντα της διεκδίκησης του αμερικάνικου ονείρου. Διόλου τυχαία, μετά τον Χρυσοθήρα του (1925, διάρκεια 68 λεπτά) ο Τσάρλι Τσάπλιν χαρακτηρίστηκε επικίνδυνος και ανατρεπτικός μπαίνοντας έκτοτε στο διαρκές στόχαστρο των συντηρητικών κοινωνικών και πολιτειακών αρχών των ΗΠΑ.

Η πλέον ιστορική στιγμή της ταινίας: Ο χρυσοθήρας Τσάπλιν, μέλος μιας ευρύτερης ομάδας που ψάχνοντας απεγνωσμένα για χρυσάφι αποκλείεται σε απροσπέλαστα βουνά, είναι στα όρια του θανάτου από την πείνα, λιμοκτονεί. Το βλέμμα του πέφτει στο παπούτσι του, είναι η μόνη διατροφική του διέξοδος. Δίχως ενδοιασμούς αποφασίζει να το δοκιμάσει σαν φαγητό. Το βράζει μέχρι να μαλακώσει και αρχίζει να το τρώει. Το τελετουργικό του δείπνου του είναι ευρηματικότατο. Τα καρφιά του παπουτσιού αντιμετωπίζονται από τον λιμοκτονούντα χρυσοθήρα σα να είναι κόκκαλα από το πιο νόστιμο κομμάτι πουλερικού, τα αφαιρεί με απολαυστικές κινήσεις στο στόμα ζώντας την ηδονή ενός αληθινού ξεκοκαλίσματος. Με ακόμα μεγαλύτερη ηδονή ο Τσάπλιν απολαμβάνει το συνοδευτικό του δείπνου του λεπτό σπαγγέτι, ρουφώντας, μασουλώντας και καταπίνοντας με χαρακτηριστικούς μορφασμούς επιδοκιμασίας τα κορδόνια του παπουτσιού. Μοιάζει να είναι πλήρως υποταγμένος στον παροξυσμό της πείνας του, βιώνοντας μια υπαρξιακή μοναξιά που τον ξεχωρίζει από όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Είναι άλλωστε ο μεγάλος πρωταγωνιστής του έργου.

Όμως, την αμέσως επόμενη στιγμή αποδεικνύεται, ότι  μπορεί μεν να είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής του έργου του αλλά στον (υπαρξιακό) παροξυσμό της πείνας του δεν είναι μόνος. Τις στιγμές που ο ίδιος αντιλαμβάνεται το παπούτσι του σαν πλήρες γεύμα, ο ακριβώς παραδίπλα σύντροφός του στην αναζήτηση χρυσού “βλέπει” τον Τσάπλιν σαν κοτόπουλο και με το νου του σχεδιάζει τις αναγκαίες τελετουργικές προετοιμασίες για να τον καταβροχθίσει. Όπως ο Τσάπλιν αναφέρει στην εκτενή αυτοβιογραφία του (που αποτελεί την βασικότερη πηγή για την έρευνά μας) η στιγμή παροξυσμού του συντρόφου του μετατρέπει το απλό και ήπιο γέλιο του κοινού που παρακολουθεί την πρεμιέρα του έργου σε παροξυσμό γέλιου. Είναι η στιγμή που η ύπαρξη του πρωταγωνιστή παύει να είναι μοναχική και συνδέεται με την ύπαρξη όλου του κόσμου…  


*Για όλα αυτά και κάμποσα άλλα που μας συνδέουν με τα οικουμενικά σημεία αναφοράς του ανατρεπτικού βωβού κινηματογράφου, θα μιλήσουμε αύριο στο Εγκώμιο, όχι περισσότερο από ένα δεκάλεπτο, μεταξύ εννέα παρά δέκα και εννέα. Από τις εννέα μέχρι τις δέκα και τέταρτο συντροφιά με τον “Χρυσοθήρα” θα διεκδικήσουμε (πιθανώς) να νιώσουμε πως όλα αυτά τα οικουμενικά μπορεί να συνδέονται με τον περίκλειστο Κυπριακό μας μικρόκοσμο. Και αν νιώσουμε κάτι, δεν είναι δα και υποχρεωτικό, όλος ο χρόνος κατόπιν είναι δικός μας (η βραδιά του Σαββάτου προμηνύεται γλυκύτατη) για να το μοιραστούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου