Το χρέος είναι μη βιώσιμο, επαχθές,
επονείδιστο, παράνομο και μη νόμιμο…
Υποθέτουμε ότι μη βιώσιμο σημαίνει πως ο βίος του ΔΕΝ μπορεί
να είναι μακρύς, δηλαδή κάποια στιγμή (το χρέος) δεν θα αντέξει, θα εκπνεύσει,
θα πεθάνει. Αναρωτιόμαστε, βέβαια, αφού είναι του θανατά, προς τι η τόση
πρεμούρα για την τύχη του, πόσο μάλλον όταν στην ίδια πρόταση χαρακτηρίζεται με
όλα τα κακά του κόσμου ετούτου “επ” – επαχθές, επονείδιστο – που μπορεί κάτι να
χαρακτηριστεί. Διάολε, κάτι δεν πάει καλά, όμως χρέος μας (στο όνομα της καλής
προαίρεσης έναντι όσων λέγονται και αναπαράγονται) είναι να αναζητήσουμε μια
καλύτερη ερμηνεία (ευκόλως εννοουμένων που για λόγους οικονομίας παραλείφτηκαν)
η οποία να εκλογικεύει τις ρήσεις.
Ιδού: Το χρέος είναι μη βιώσιμο “επειδή
είναι” – οι δυο λέξεις που λείπανε ως ευκόλως εννοούμενες – επαχθές και
επονείδιστο και/ή το χρέος είναι επαχθές και επονείδιστο “επειδή είναι” μη
βιώσιμο. Ένσταση, δεν εξηγείται αν είναι απλή ή διπλή η συνεπαγωγή. Νέα
ερμηνεία, αλλαγή διατύπωσης: “Επειδή” το
χρέος είναι μη βιώσιμο “είναι” επαχθές, επονείδιστο. Απλή εντέλει η
συνεπαγωγή; Με βάση την κοινή λογική επιτρέψτε μας να απαντήσουμε θετικά,
αναλαμβάνοντας πλήρη την χρεωστική (;) ευθύνη σε περίπτωση λάθους. Υποθέτοντας
– ελπίζουμε εύλογα – ότι ένα χρέος μπορεί να χαρακτηρίζεται επαχθές και
επονείδιστο χωρίς όμως αυτό κατ’ ανάγκη να σημαίνει ότι είναι και μη βιώσιμο.
Άρα λοιπόν – συνεννοηθήκαμε σε αυτό; - επειδή είναι
μη βιώσιμο το χρέος μπορεί να χαρακτηρίζεται επαχθές και επονείδιστο. Προφανώς,
αυτή η απλή συνεπαγωγή δεν εξυπηρετεί τα ηθικού χαρακτήρα επιχειρήματα
προϋπόθεση ύπαρξης των οποίων είναι η διπλή συνεπαγωγή – επειδή το χρέος είναι
μη βιώσιμο είναι επαχθές, επονείδιστο, αλλά ταυτόχρονα επειδή το χρέος είναι
επαχθές, επονείδιστο είναι μη βιώσιμο – όμως και αυτό (στο όνομα των ευκόλως
εννοουμένων που παραλείπονται) το προσπερνάμε. Περί πολιτικών πρόκειται και όχι
περί μαθηματικών προτάσεων, άρα και λίγη ρητορική ασάφεια στο όνομα της ηθικής
υπεροχής και αρχοντιάς των υπεράνω όλων (του άτιμου του χρήματος
περιλαμβανομένου) Ελλήνων – “εμείς πάντα έχουμε και πληρώνουμε όταν χρωστάμε,
εσείς όμως μας χρωστάτε και όχι εμείς” – μπορεί να θεωρηθεί έως και
δικαιολογημένη.
Ως εδώ, που λέει ο
λόγος, πάει καλά, η κοινή λογική με
ολίγον από ρητορική ασάφεια μας διευκολύνει να συνεννοηθούμε με αυτό που
θέλει να πει ο ποιητής. Όμως, διάολε, έπονται ακόμα δυο “ποιητικοί”
χαρακτηρισμοί – …“παράνομο και μη
νόμιμο” – που προστίθενται στους συνεπαγόμενους της πρότασης – “επειδή” το
χρέος είναι μη βιώσιμο “είναι”… - όπου ακόμα και αυτή η ποιητική (πολιτική)
άδεια αδυνατεί να δικαιολογήσει. Τουλάχιστον στον δικό μας πεπερασμένο νου. Του
οποίου το πεπερασμένο αναγνωρίζοντας, απευθυνόμαστε σε σας φίλοι και φίλες
αναγνώστες και αναγνώστριες, ζητώντας τα δικά σας ερμηνευτικά φώτα. Κατά το
κοινώς λεγόμενο να μας φωτίσετε.
Απλοποιούμε το πρόβλημά μας στο όνομα του χρέους που συναισθανόμαστε να
διευκολύνουμε την ερμηνεία σας: Ένας μη χοντρός δεν είναι κατ’ ανάγκη αδύνατος.
Ένας μη ψηλός δεν είναι κατ’ ανάγκη κοντός. Ένας μη πλούσιος δεν είναι κατ’
ανάγκη φτωχός. Ισχύουν και τα αντίθετα: Ένας μη αδύνατος δεν είναι κατ’ ανάγκη
χοντρός, ένας μη κοντός δεν είναι κατ’ ανάγκη ψηλός, ένας μη φτωχός δεν είναι
κατ’ ανάγκη πλούσιος. Όμως – φτάσαμε στον πυρήνα του προβλήματος μας – πως
διάολε (ποιητική άδεια στη διατύπωση) γίνεται ένας μη νόμιμος να μην είναι
παράνομος ή, αλλιώς, ένας παράνομος να μην είναι μη νόμιμος; Ακόμα πιο
απλά: Ένας μη νόμιμος δεν είναι κατ’ ανάγκη παράνομος; Ένας παράνομος δεν είναι
κατ’ ανάγκη μη νόμιμος;
*Βοήθεια κοινού παρακαλούμε πολύ. Από
βάθους καρδιάς την ζητάμε. Ταπεινά και σεμνά δηλώνοντας ότι ουδέν πρόβλημα
έχουμε έναντι των όποιων χαρακτηρισμών για τα όποια χρέη, πλην όμως το μόνο εξ’
αυτών που εμείς με τις μικρές δυνάμεις μας φιλοδοξούμε να εξυπηρετήσουμε είναι
το – ελπίζουμε βιώσιμο, στα σίγουρα μη επαχθές, μη επονείδιστο, νόμιμο, άντε και μη παράνομο – χρέος έναντι της κοινής λογικής.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου