Η δεύτερη φορά που επιχείρησα
να περάσω την πόρτα του παραδείσου ήταν 13 χρόνια πριν, στα 18 μου χρόνια. Ήμασταν έξι άνθρωποι,
άγνωστοι μεταξύ μας, εξαπατημένοι. Οδηγός μας κάποιος που υποτίθεται ότι
γνώριζε. Καλά πληρωμένος για αυτή του την παράσταση.
Μας είχε διαβεβαιώσει,
δεν ήταν δα και δύσκολο, θέλαμε πολύ να διαβεβαιωθούμε. Πέντε ώρες μόνο περπάτημα
και, κατόπιν, θα μας περίμενε αμάξι. Να μας μεταφέρει με ασφάλεια στον κόσμο
του ονείρου, στη μεγάλη Αθήνα.
Το πεντάωρο πέρασε
και εμείς ακόμα περπατούσαμε. Μπροστά μας ένα ποτάμι, ένα μεγάλο ποτάμι. Εμπόδιο απρόσμενο. Είμαστε
απροετοίμαστοι παντελώς γι’ αυτό. Για να διευκολύνουμε την πορεία μας είχαμε
μαζί μας μόνο κάποια “βασικά”, ούτε καν φαγητό, πόσο μάλλον ρούχα για να
αλλάξουμε. Μήνας Μάρτιος, άγριο το κρύο στα βουνά.
Αντιμέτωπο με το άγνωστο,
αγνοώντας αυτό που έπεται, το σώμα μεταμορφώνεται, εισβάλλει σε μια άλλη
διάσταση. Βουτιά στο σκοτεινό ποτάμι έχοντας δυο επιλογές, είτε επιστροφή στο
σπίτι είτε συνεχίζεις. Βούτηξα στην άλλη διάσταση και πέρασα. Η αίσθηση είναι ακόμα,
θα είναι πάντα, καταχωρημένη στις μνήμες. Το σώμα να μην αισθάνεται τίποτε πια από
το κρύο.
Απέναντι. Όλοι οι
άλλοι είχαν οικογένειες και παιδιά. Αυτά θα πρέπει να σκέφτονταν κάποιοι και
έκλαιγαν. Εγώ μόνος. Έτρεμα, το κρύο ανίκητο, στα πιο ακραία όριά μου, ένιωθα
ότι άλλο δεν μπορούσα. Δεν μπορούσαμε να
ανάψουμε φωτιά, κυριαρχούσε ο φόβος ότι θα την εντόπιζαν με τα κιάλια τους οι
στρατιώτες και θα μας συλλαμβάνανε. Μια άγρια παράσταση βυθισμένη στη σιωπή,
φωτισμένη μόνο από το φεγγάρι…
Ένας μόνο είχε
ρούχα μαζί του και άλλαξε. Ήρθε για μια στιγμή και με κάλυψε με το σώμα του,
εκείνη τη στιγμή ένιωσα το στεγνό αγκάλιασμα σαν πάπλωμα επάνω μου. Δεν ξέρω
πόσο κράτησε η στιγμή, μπορεί να ήταν λίγα δευτερόλεπτα, όμως στους κωδικούς
μου έχει εγγραφεί σαν κάμποσα λεπτά.
Με το τέλος της
στιγμής, ο οδηγός μας, αυτός που μέχρι τότε παρίστανε ότι ξέρει που πηγαίνουμε,
το παραδέχτηκε. Ότι δεν ξέρει που πάμε, έχουμε χαθεί. Κάποιοι τότε αποφάσισαν
να γυρίσουν πίσω, σε ένα κοντινό χωριό, δίπλα στα σύνορα. Κάποιοι άλλοι,
ανάμεσά τους και εγώ, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε το περπάτημα μπροστά, στο
άγνωστο. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Ήδη είχαμε περπατήσει αρκετά,
πάρα πολύ για να γυρίσουμε πίσω…
*Το πιο πάνω απόσπασμα από συνέντευξη που
μας παραχώρησε ο παγκόσμιας εμβέλειας “μάγος” του σύγχρονου χορού Blenard Azizaj είναι απλά και μόνο ενδεικτικό. Που πλάθονται, πώς αναμειγνύονται, πότε και
γιατί καταφέρνουν και αυθεντικά εκρήγνυνται, η απεριόριστη δύναμη του “θέλω” και
η τεχνικά οριοθετημένη εκφραστική αρτιότητα; Πολύ περισσότερα και αναλυτικότερα
λίαν συντόμως. Από αυτό το blog
και όχι μόνο…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου