Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Τρεις αφιερώσεις - Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα - σε αυτόν και σε αυτούς που συγκινούνται με τη σκέψη του: Γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης...

Σε δυο μέρες συμπληρώνονται παρά ένα ογδόντα χρόνια από τον θάνατο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ήταν 19 Αυγούστου του 1936, όταν ο μεγάλος ποιητής, ζωγράφος, δραματουργός και θεατρικός σκηνοθέτης εκτελέστηκε από φασίστες παραστρατιωτικούς οπαδούς του Φράνκο.

Για τους ανθρώπους που μπορούν να αγαπάνε υπέρμετρα, απλόχερα... 
Γι’ αυτούς που μπορούν και γίνονται ένα με το δίκαιο ρευστό της ύπαρξης προσφέροντας στο όνομά του απλόχερα τη ζωή τους. 
Για τις φευγάτες ψυχές…

Η σκέψη του Λόρκα θα γεμίζει πάντα με συγκίνηση. 
Σε αυτούς και σε αυτόν αφιερωμένες οι τρεις πιο κάτω επιλογές…

Λούζεται η αγάπη μου

Λούζεται η αγάπη μου
στο Γουαδαλκιβίρ, 
και τ’ άνθη παίρνουν ευωδιά
απ’ το γλυκό κορμί της
Τρέξε πέτα χελιδόνι 
φέρ’ της Βενετιάς βελόνι

να κεντήσει στο μαντίλι

τη χαρά της να μου στείλει
Μεταξωτά η αγάπη μου
μαντίλια μου κεντά

κι όλο φιλάει την κλωστή

και βυσσινιά τη βάφει

Τρέξε πέτα χελιδόνι 
φέρ’ της Βενετιάς βελόνι

να κεντήσει στο μαντίλι

τη χαρά της να μου στείλει


Η μπαλάντα του νερού της θάλασσας

Η θάλασσα χαμογελάει
με στόμα από αφρό
και χείλια απ’ ουρανό, 
σαν σκοτεινό κορίτσι, 
που τον άνεμο σπάει
πουλώντας το νερό των θαλασσών

Η θάλασσα χαμογελάει

έχει στόμα από αφρό

και μάτια ουρανό

σαν μητέρα που ένα δάκρυ σκορπάει

και πικραίνει το νερό των θαλασσών

Τι μας φέρνεις αγόρι..;


Τι κυλάει στο αίμα σου ..;

Σας φέρνω το νερό των θαλασσών...

Τι φταίει μητέρα για τα μεγάλα σου δάκρυα..;


Κλαίω το νερό των θαλασσών

Πως γεννιέται η μεγάλη σου πίκρα..;


Κύριε, πικραίνει το νερό των θαλασσών

Πουλάω το νερό των θαλασσών


Πουλάω το νερό των θαλασσών

Η θάλασσα χαμογελάει...

Πουλάω το νερό των θαλασσών


Ψυχή φευγάτη…

Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά
Τ’ άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου
Δε σε γνωρίζει η νύχτα και τ’ αγόρι
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα
Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη


Το μαύρο ατλάζι μέσα του που λειώνεις

Δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη

Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα

Χινόπωρο θα ’ρθεί με σαλιγκάρια


Σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα

Όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια

Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα

Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα


Σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη γη

Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται

Με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβασμένοι

Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω

Γι’ αυτούς που θα ’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου

Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα

Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου
Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου

Χρόνια θ’ αργήσει να φανεί αν θα φανεί ποτέ του


Τέτοιος καθάριος ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος

Την αρχοντιά του τραγουδώ με λόγια που στενάζουν

Κι εν’ αεράκι πού ’κλαιγε στα λιόδενδρα θυμάμαι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου