Από την εποχή των Theodor Adorno και
Max
Horkheimer
και του θεωρούμενου ως κομβικού έργου τους – Η διαλεκτική του Διαφωτισμού, 1947 – έχουν παρέλθει παρά κάτι επτά
δεκαετίες. Μέχρι και σήμερα όμως, είναι πολύ λίγες αν όχι σπάνιες οι σχετικές
με τις πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες θεωρούμενες έγκυρες
συζητήσεις, που δεν εκκινούν από μια αναφορά στο έργο αυτό. Έστω για να
μπορέσουν κατόπιν να το αμφισβητήσουν.
Γενική
αρχή: Οι όποιες συζητήσεις διεκδικούν το τεκμήριο της
εγκυρότητας – και έχουν σαν στόχο να υπηρετήσουν την ανάγκη διαφυγής από την
παγιωμένη στις μη προηγμένες κοινωνίες λογική “άλλα λόγια να αγαπιόμαστε” –
οφείλουν οπωσδήποτε να χαρακτηρίζονται από στοιχειώδη γνώση των σχολών σκέψης
που έχουν επιδράσει και επιδρούν αποφασιστικά στο υπό συζήτηση πεδίο. Και για
να επανέλθουμε στο θέμα μας: Συζητήσεις σοβαρές περί των πολιτιστικών
βιομηχανιών, δηλαδή περί της πολιτικής πολιτισμού μιας και περί αυτού στην
ουσία πρόκειται, από βάση μηδενική και δίχως σημείο αναφοράς δε νοούνται.
Είναι
αδύνατον σε μια διαδικτυακή ανάρτηση ενημερωτικού τύπου να
αναφερθούμε αναλυτικά στις σχολές σκέψης, στα μυαλά και στα γραπτά που
οριοθέτησαν την διεθνή συζήτηση και τις συνακόλουθες κυρίαρχες πρακτικές περί των
πολιτιστικών βιομηχανιών. Επιλέγουμε μια και μόνο ενδεικτική αναφορά στη “σχολή”
που είναι γνωστή ως αυτή της πολιτικής
οικονομίας του πολιτισμού (κυριότερος εκφραστής της ο Nicholas Garrnham). Μέσω αυτής της
αναφοράς επιδιώκουμε να σας μεταφέρουμε “μια αρχική ιδέα” σχετικά με τι μπορεί
και πρέπει να σημαίνει οριοθέτηση της σχετικής με τις πολιτιστικές βιομηχανίες
συζήτησης. Απλά και μόνο “μια αρχική ιδέα” σχετική με το τι πρωταρχικά
προϋποθέτει η υιοθέτηση μιας σοβαρής σκέψης περί πολιτικής πολιτισμού. Πάμε;
Άλφα
Βήτα. Πάμε…
Οι πολιτιστικές βιομηχανίες έχουν μερικά ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά. Καταρχάς, χαρακτηρίζονται από υψηλά (κυρίως σταθερά) κόστη
παραγωγής και χαμηλά ως μηδενικά οριακά κόστη αναπαραγωγής, δημιουργώντας
ικανές συνθήκες για οικονομίες κλίμακας. Επίσης, ένα καλλιτεχνικό έργο
χαρακτηρίζεται από την λεγόμενη “αβέβαιη ζήτηση”. Ο παραγωγός του δεν γνωρίζει
εκ των προτέρων αν το κοινό θα το αγοράσει μαζικά ή όχι και άρα εάν θα γνωρίσει
την επιτυχία ή την αποτυχία. Έτσι, ναι μεν οι επενδύσεις σε πολιτιστικά
προϊόντα ενέχουν “ανά επένδυση” υψηλό ρίσκο αποτυχίας, όμως συνήθως μια επιτυχία
είναι ικανή να καλύψει τα κόστη των υπόλοιπων αποτυχιών. Αυτό ευνοεί τις πολύ
μεγάλες επιχειρήσεις – χαρακτηριστικό παράδειγμα οι πολυεθνικές δισκογραφικές
εταιρείες με μεγάλα κεφάλαια – οι οποίες μπορούν να δημιουργούν εσωτερικές
οικονομίες κλίμακας.
Ας
προσαρμόσουμε (ενδεικτικά) την πιο πάνω “αρχική ιδέα – προϊόν
της διεθνούς σκέψης περί πολιτικής πολιτισμού σε μια κοινωνία πληθυσμιακά μικρή
η οποία βρίσκεται σε σημείο εκκίνησης, όπου το κράτος είναι ο βασικός “παίκτης”
και σχεδιαστής του μοντέλου πολιτιστικής επένδυσης, και όπου οι γενικότερες
συνθήκες επιβάλλουν επενδύσεις πολιτισμού λελογισμένου κόστους. Αυτό που η “ιδέα”
μας κατευθύνει να σκεφτούμε είναι πάρα πολύ απλό: Στοιχειώδης υποστήριξη των “μονάδων”
παραγωγής χαμηλού κόστους ώστε να είναι ενεργές και διαρκώς να παράγουν, και ταυτόχρονα
αυξημένη υποστήριξη - επένδυση σε εκείνες που διαθέτουν τις περισσότερες
δυνατότητες επιτυχίας, άρα και τις περισσότερες πιθανότητες να συμβάλλουν στην “επιστροφή”
του συνολικά δαπανώμενου κόστους. Με σημείο
αναφοράς την κρίσιμη “αρχική ιδέα” όλες οι περί πολιτικής πολιτισμού ιδέες
που υπακούουν σε τυπικές στις μη προηγμένες κοινωνίες δυναμικές του τύπου “δώσε
και σε μένα μπάρμπα” ή δώσε του κάτι παραπάνω επειδή “έχει μπάρμπα στην Κορώνη”
ή “συντηρεί την παράδοσή μας” ή “κάνει πολύ φασαρία, διαμαρτύρεται” ή “είναι
παλιός, χρόνια στο κουρμπέτι” αξιολογούνται ως άκυρες, κατά το κοινώς λεγόμενο “για τα πανηγύρια”.
Ιδιαίτερη
προσοχή παρακαλούμε πολύ! Η πρωταρχική ιδέα της σχολής σκέψης
που είναι γνωστή διεθνώς ως σχολή της πολιτικής οικονομίας του πολιτισμού μόνο
πανάκεια προφανώς δεν είναι. Αμφισβητήθηκε πολύ έντονα και συνεχίζεται να
αμφισβητείται, όμως – προσέξτε το αυτό – κατά κύριο λόγο από αυτούς που είχε
στην πράξη/εφαρμογή επηρεάσει και με έμφαση στους λόγους για τους οποίους τους
είχε επηρεάσει. Αμφισβητήθηκε μετωπικά, για παράδειγμα, από το πολύ έντονο
πολιτιστικό πείραμα του Σέφιλντ την διετία 1984 – 1985, αλλά και πιο έμμεσα από
την πολιτιστική πολιτική του Greater
London
Council
την
περίοδο 1983 – 1986 η οποία φερόταν καταρχάς να εμφορείται από αυτήν. Συμπερασματικά: Καμιά πρωταρχική ιδέα
δεν αμφισβητείται ως αρχική αξία, αμφισβητούνται μόνο οι εκτιμώμενες – ανά τον
χρόνο και τον χώρο – υπεραξίες της εφαρμογής της.
Πρωταρχικές
ιδέες, δοσμένες από την παγκόσμια σκέψη, που οριοθετούν
πλαίσιο συζήτησης. Αυτή και μόνο αυτή είναι η προϋπόθεση για μια συζήτηση περί
πολιτικής πολιτισμού που δεν “είναι για τα πανηγύρια”. Με συμμάχους μας τα
κάμποσα εκλεκτά βιβλία περί πολιτισμού στην βιβλιοθήκη του “Εγκώμιου”, την
εξοικείωση μας με τα συναφή θέματα, και την διάθεση να το μελετήσουμε περαιτέρω
όσο προσεκτικά χρειάζεται, προσδοκούμε σύντομα να μυήσουμε κάθε ενδιαφερόμενο
στις περί πολιτικής πολιτισμού πρωταρχικές ιδέες υλοποιώντας μια σειρά σχετικών
σεμιναρίων – συζητήσεων. Αρκεί, βέβαια, να υπάρξουν ενδιαφερόμενοι. Αν όχι, δεν
χάλασε ο κόσμος, πάντα θα έχουμε πράγματα να λέμε και να πούμε, πάντα θα
υπάρχουν και “άλλα λόγια να αγαπιόμαστε”…



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου