*“Ω αγάπη, ω μέγα,
ω τέλειε καλλιτέχνη!
Ρόδα απ' τη λάμα ο
σιδεράς σκαρώνει·
Έναν αετό ή ανθό ή
γυναίκα ή άγγελο
Στο μάλαμα σμιλεύει
ο χρυσικός·
Μα μόνο, μόνο εσύ
ξέρεις τον τρόπο
Να μικραίνεις σ'
ένα φιλί το σύμπαν.”
*Απόσπασμα
(αγαπημένο μας) από την “Κούπα με
φτερούγες” – ποίηση υπέροχη του “εθνικού” λεγόμενου ποιητή της Κούβας Χοσέ Μαρτί που γεννήθηκε σαν σήμερα
πριν από έναν αιώνα και εξήντα τρία χρόνια.
Ελάχιστα μας νοιάζει πότε
γεννήθηκε ο όποιος μεγάλος ποιητής και πόσα χρόνια έχουν περάσει από τη
γέννησή του. Καλές και άγιες οι προσθαφαιρέσεις αλλά τις νιώθουμε εντός μας
ξεπερασμένες από τα χρόνια μας του δημοτικού σχολείου, της στοιχειώδους μας
εκπαίδευσης. Αυτό, αντίθετα, που πάρα πολύ μας νοιάζει, είναι το τι “γέννησε” ο
νους του ο ποιητικός ώστε τόσο πολύ στον χρόνο να αντέχει που να μπορεί με
πάθος - θείο και άσβεστο - να διεκδικεί την “προνομιούχα” αποκλειστικά και μόνο
των θεών τούτου του ανόητου και πεπερασμένου κόσμου αθανασία.
Αντί λοιπόν του όποιου συμβατικού/ επετειακού
αφιερώματος στον Χοσέ
Μαρτί (ποιος ήταν, τι έκανε, πότε και πως) ας μας επιτραπεί η διατύπωση - στο
όνομά του – ότι η δίψα της ανεξαρτησίας, η δίψα για αληθινή ελευθερία, τίποτε
άλλο δεν μπορεί στους αιώνες των αιώνων να σημαίνει από δίψα ομορφιάς.
“Δίψα Ομορφιάς”, το πιο αγαπημένο μας των ποιημάτων του πολύ
σπουδαίου αυτού ποιητή- μαχητή της Κουβανικής ανεξαρτησίας. Το πιο “αθάνατο”. Μεταλάβετε…
Μονάχος είμαι:
φίλος φτάνει ο στίχος,
Όπως στης
φουντωμένης περιστέρας
Το κάλεσμα τρέχει
γοργά το ταίρι.
Κι όπως απ' τα ψηλά
βουνά την άνοιξη
Σε πλούσια ρυάκια
από γκρεμούς και χούνες
Τα λιωμένα
κατρακυλάνε χιόνια,
Έτσι απ' τα
πλακωμένα σωθικά μου,
Βάλσαμο-αγάπη
αχορτασιά επουράνια,
Για επουράνια
ομορφιά σα χιόνια λιώνουν.
Έτσι απ' τον ουρανό,
πάνω απ' την πλάση,
Καθώς αν τ' άστρα,
της σιωπής νυφούλες,
Χύνανε το αβρό τους
φως για να μυρώσουν
Με παρθένα ψυχή τη
ματωμένη
Τη θλιμμένη
Ανθρωπότητα ‒ κι απ' τ' άνθη
Τ' αόριστο άρωμα
έτσι δα σκορπιέται.
Δώστε το μέγα και
το τέλειο: δώστε μου
Του Μικελάντζελο
ένα σκίτσο, ένα σπαθί
Με λαβή του
Τσελίνι, πιο όμορφη
Κι απ' τις ανάερες
φιλντισένιες στέγες
Που της Φύσης να
μαστορεύει αρέσει.
Δώστε το έξοχο
καύκαλο όπου κάψανε
Τον Παγκόσμιο
Αμλετ, τη θυελλώδη
Τρέλα του Μόρου:
την Ινδιάνα
Μαιτρέσα που στην
όχθη στο ποτάμι
Που του παλιού
Τσιτσέν τα τείχη λούζει
Στον ίσκιο ενός
πομπώδη πλατάνου
Και των ίδιων της
των μαλλιών, το σβέλτο
Και λουστρινένιο
στέγνωνε κορμί της.
Το γαλανό ουρανό
μου δώστε, τη γαλήνια,
Την άφατη, την
ήρεμη, την αιώνια
Του μάρμαρου ψυχή
που έχει στο Λούβρο
H Μήλος, ανθό κι
αφρό της, χαρισμένα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου