Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Το τσεκούρι με το μέλι: "Μάτια μου αμίλητα, μεγάλα σαν βδομάδες, κοίτα να δεις τι σου φερα! Γλείψε το όλο, λίγο-λίγο..."

Αυτό κάνανε με όλους. Το τσεκούρι, πίστευαν, έκοβε τον τρόμο της ψυχής, τον πανικό, και το μέλι γλύκαινε και γαλήνευε την ταραχή του σώματος. “Και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονία” για να μνημονεύσουμε και τον λαμπρό Εφέσιο.

Είναι μια ανεξίτηλη εικόνα, μια βαθύτατη αίσθηση και μια ολόκληρη ιστορία, μέσα μου ολοζώντανη: το τσεκούρι με το μέλι…

Ο τρόπος που με πλησίαζε εκείνη η γυναίκα, ο τρόπος που ανέβαινε γοργά-γοργά, σαν να την κυνηγούσαν, τις σκάλες, κι αθόρυβα σαν να ‘ταν μόνο σκιά, ο τρόπος που έμπαινε από την πόρτα και με πλησίαζε – ειλικρινά δεν θα ήθελα ποτέ να απαλλαγώ από αυτή την εικόνα!

Ήξερα πια την τελετή, ανακάθιζα στο κρεβάτι και την περίμενα με σταυρωμένα χέρια και καρδιά που κόντευε να σπάσει. Πρόβαλλε από την πόρτα και την κοίταζα στα μάτια. Την κοίταζα κατάματα καθώς με πλησίαζε και χαμογελούσε παράξενα, λίγο χαμένα, στον αέρα. Είχε η κίνηση του κορμιού της κάτι από την απαλότητα και τη σαφήνεια του αιλουροειδούς. “Μάτια μου αμίλητα, μεγάλα σαν βδομάδες”, συνήθιζε να μου λέει, “κοίτα να δεις τι σου ‘φερα!...”

Κρατούσε το τσεκούρι στο ύψος του στήθους της ή λίγο πιο πάνω και είχε ανοιχτή την παλάμη του άλλου χεριού από κάτω για το μέλι που έσταζε. Έφτανε στο κρεβάτι, σήκωνε το ένα πόδι σα να ανέβαινε σ’ άλογο και καθόταν μπροστά μου. Έφερνε μαλακά το τσεκούρι στο στόμα μου και έγερνα να γλείψω το μέλι…

Στην αρχή, τις πρώτες φορές, που όλη αυτή η ιστορία με φόβιζε κάπως κι αρνιόμουνα να βάλω τη γλώσσα στο τσεκούρι, την συνόδευε και μια άλλη γυναίκα. Αυτή η δεύτερη μου κρατούσε τα χέρια, το κεφάλι, με κανάκευε, μου έλεγε πως ίσα-ίσα αυτό θα με γλιτώσει από την τρομάρα…

“Γλείψε το, γλείψε το” μου έλεγαν, πότε η μια, πότε η άλλη. “Βγάλε την γλωσσίτσα και γλείψε το όλο, λίγο-λίγο… Έτσι… Κι άλλο μάτια μου, κι άλλο… Έτσι… Όλο το μέλι, να φύγει ο φόβος – σιγά, μην κοπείς. Μόνο ο φόβος να κοπεί, μόνο να φύγει ο ίσκιος…”

Έτσι μιλούσαν. Κι εκείνη με το τσεκούρι και η άλλη που παραστεκόταν. Κι όλα είχαν ένα στόχο: να σε γλυκάνουν στο σώμα και στην ψυχή. Και το κατάφερναν.

Ήταν σα να με μισό υπνώτιζαν μέσα από την σιγανή τρυφερή ομιλία και το δέος του τσεκουριού, που την κόψη του την είχαν βουτήξει σε μέλι. Ένιωθα σαν πούπουλο μετά…

*Πρώτη και τελευταία μας φορά σε τούτο το μικρό υπερήφανο νησί με τις άγριες αιχμηρές πέτρες και τα ευωδιαστά θυμάρια, που κλεφτή ματιά ρίξαμε σε ανάγνωσμα – τίτλος εξωφύλλου: “Περσινή αρραβωνιαστικιά”, συγγραφέας: Ζυράννα Ζατέλη – αφημένο μισάνοιχτο υπό σκιάν, άγνωστο από ποιους ή, το πιθανότερο, ποιες. Πρώτη και τελευταία μας φορά, για να διατηρήσουμε ανόθευτη – σαν το ευωδιαστό μέλι του αιχμηρού αυτού τόπου – τη γεύση του…                 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου