“Το ξέρεις ότι από τότε που σε ερωτεύτηκα δεν μπορώ
να φάω κρέας;”
Αδιάφορη η προβατίνα στην ερωτική εξομολόγηση του
λύκου, απαντά με κυνισμό: “Και τι με νοιάζει εμένα; Να πας σε γαστρεντερολόγο…”
Επιμένει ο ερωτευμένος λύκος, με την ανόητη επιμονή
που χαρακτηρίζει όλους τους μάταια ερωτευμένους:
“Δεν
κατάλαβες! Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορώ να σκοτώνω ζώα για να φάω! Τα
λυπάμαι! Ο έρωτας γέμισε την καρδιά μου με συμπόνια και φιλευσπλαχνία! Τώρα πια
έχω γίνει χορτοφάγος…”
Υπέρβαση των ορίων, μετάβαση του εαυτού σε άλλη
διάσταση, αυτός ήταν, είναι και πάντα θα είναι ο ισχυρισμός των ερωτευμένων
προς το απλησίαστο “αντικείμενο του πόθου” τους. Από πλευράς του οποίου, πάντα
το συγκριτικό πλεονέκτημα της άμεσης επαναφοράς στα υπαρκτά όρια και διαστάσεις
είναι ταμένο να ενεργοποιείται, ώστε να τηρούνται οι αποστάσεις:
“Έχεις γίνει χορτοφάγος; Καλά! Πρόσεξε πολύ όμως
γιατί τα σκυλιά του κοπαδιού μου εξακολουθούν να είναι σαρκοφάγα. Αν δουν λύκο
τον ξεκοιλιάζουν και του τρώνε το συκώτι...”
Δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια ο καλός λύκος, ποτέ
δεν εγκαταλείπουν οι μάταια ερωτευμένοι, γι’ αυτό και μια ζωή τέτοιοι
παραμένουν:
“Μα δε βλέπεις πόσο σε λατρεύω; Εγώ που είμαι λύκος
άγριος και κακός έγινα για σένα, για χατίρι σου, χορτοφάγος! Εσύ τίποτε; Εσύ
δεν μπορείς να κάνεις κάτι, έστω το πιο ελάχιστο για μένα;”
Η πλεονεκτική θέση του “αντικειμένου του πόθου”
είναι – κανόνας – δεδομένη, σε ρόλο κακού οι απαντήσεις είναι πάντα εύκολες, η
κακιά προβατίνα δεν θα μπορούσε προφανώς να συνιστά εξαίρεση:
“Εντάξει!
Μη κλαίγεσαι! Θα σου δώσω συνταγές για σαλάτες!”
Η ανταπάντηση στην ειρωνεία του ερωτευμένου με την ερωτική
του απελπισία καλού (ερωτευμένου) λύκου, δεν εκφράζει παρά την απέλπιδα ανάγκη
του (εθισμός) τούτος ο έρωτας να κρατήσει για πάντα:
“Εγώ δεν απελπίζομαι! Σε αγαπάω τόσο πολύ που θα
κάνω τα πάντα ώστε να βρω τρόπο να σε συγκινήσω”
“Άντε
πνίξου ρε βλάκα!”


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου