Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Βολφ Μπίρμαν: Η ποίηση του αληθινού "αντί", ο δυσκολότερος όλων τρόπος και λόγος ύπαρξης: "Αισθήματα έχω αδελφικά για της ασφάλειας τα φτωχά λαγωνικά"

Εβραίος και κομμουνιστής, ο “χειρότερος” δίχως άλλο συνδυασμός για έναν άνθρωπο στη ναζιστική Γερμανία. Αυτός (ο συνδυασμός) ήταν ο λιμενεργάτης πατέρας του γεννηθέντα το 1936, μετέπειτα ποιητή και διανοούμενου Βολφ Μπίρμαν. Απαγορευμένος στα χρόνια εκείνα ο δίχως άλλο χειρότερος συνδυασμός, η τύχη του ασφαλώς προδιαγεγραμμένη. Συνελήφθηκε και δολοφονήθηκε το 1943 στο Άουσβιτς.

Ο γιός Μπίρμαν – ο μετέπειτα ποιητής, διανοούμενος, τραγουδοποιός Βολφ – έζησε μια ζωή “αντί” εμπλουτίζοντας τον υπαρξιακό συνδυασμό των ριζών του με το συστατικό των δικών του καιρών: Ελεύθερη σκέψη – καθολική αμφισβήτηση. Το “αντί” του Βολφ Μπίρμαν, το δικό του αντί στους δικούς του καιρούς, δεν αιχμαλωτίστηκε από καμιά “αντικειμενική ανάγκη” ή ασφαλή “υπόθεση εργασίας” ή “υψηλή καθοδήγηση”. Κάπως έτσι τα ριζωμένα “αντί” εξελίσσονται στο διάβα του χρόνου, ωριμάζουν από γενιά σε γενιά.

Αντίθετα με όλους που μετά την διχοτόμηση εγκατέλειπαν την ανατολική Γερμανία και κατέφευγαν στη δυτική, ο Μπίρμαν (το 1953) πήρε το τρένο της φυγής από Δύση προς Ανατολή, θέλοντας να συνεισφέρει στο κτίσιμο μιας κοινωνικά δίκαιης, σοσιαλιστικής Γερμανίας. Και, κατόπιν, δέκα χρόνια αργότερα (1963), αντίθετα με όλους τους “ανατολικούς” που στο όνομα του σοσιαλιστικού καθεστώτος “δεν άκουγαν, δεν έβλεπαν, δεν μίλαγαν”, αντίθετα και με την ίδια την δική του “αντίθετη επιλογή”, ο Μπίρμαν εξελίχτηκε σε αντίπαλο (και) του εκεί καθεστώτος. Εκκινώντας από την απαγόρευση ποιήματός του για το χτίσιμο του Τείχους, η λογοκρισία απαγόρευσε σταδιακά όλα τα ποιήματα και/ή τραγούδια και όλες τις δημόσιες εμφανίσεις του σε συναυλίες ή σε θεατρικές σκηνές. Επί μια δωδεκαετία, έκτοτε, ο Βολφ Μπίρμαν συνέθετε (και τραγούδαγε) μόνο κρυφά, σε σπίτια φίλων…    



Όταν το 1976 ο Μπίρμαν στερήθηκε από το ανατολικογερμανικό καθεστώς την υπηκοότητα του σοσιαλιστή πολίτη (έπειτα από την πρώτη συναυλία με τραγούδια του εκτός συνόρων και την τεράστια επιτυχία που αυτή γνώρισε) η στάση του ήταν και πάλι τελείως “αντί” της αναμενόμενης συμβατικής. Ενάντια στη δυτική προπαγάνδα που επεδίωξε να εκμεταλλευτεί την περίπτωσή του, ο Μπίρμαν προέτρεψε τους συμπολίτες του να παραμείνουν στην Ανατολική Γερμανία και να δώσουν μάχη “ενάντια στην καμαρίλα και τους κομματισμούς μηχανισμούς” στο όνομα της διεκδίκησης του πραγματικού σοσιαλισμού. Το βαθύ, το υπαρξιακό, το αληθινό “αντί” του Μπίρμαν, δεν υπέκυψε και δεν εξαγοράστηκε από καμιά εξουσιαστική σκοπιμότητα.

Η ποίηση του αληθινού “αντί” δεν είναι (ένα ακόμα) αφήγημα, είναι ο δυσκολότερος όλων τρόπος και λόγος ύπαρξης. Συνεπάγεται αντίτιμο, βαρύ αντίτιμο, και όχι (βέβαια) αντισταθμιστικά οφέλη. Προς τιμήν της, ακολουθούν τρία δείγματα από την ποιητική δουλειά του Μπίρμαν. Διαλέξαμε από αυτά που έχουν χιλιοτραγουδηθεί (και) στην χώρα των νεοελλήνων. Συνήθως από επαγγελματίες του “αντί” οι οποίοι έχουν αναζητήσει στον αληθινό τρόπο και λόγο ύπαρξής του τα συστατικά επιτυχίας του δικού τους, κάπως έτσι πάντοτε συμβαίνει με τις κουτοπόνηρες κοινωνίες όπου κυριαρχούν τα χαρακτηριστικά της καθυστέρησης… 
       
*Αυτούς τους έχω βαρεθεί

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,

που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,

στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους γερμανούς τους προφεσόρους,

που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας γδαρτάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,

κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,

που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,

κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί/ τους έχω σιχαθεί.


Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Μας μένει ό,τι καλό ήταν και καθάριο
Πως διάφανη ήταν πάντα η ψυχή σου

Κι έβλεπε μέσα σου κανείς
Αγάπη, μίσος μα ποτέ φόβο
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Αυτοί σε φοβούνται

Μα εμείς σ’αγαπούμε

Βλέποντας εμπρός στον αγώνα
Εκεί που γελάει ο χάρος
Κει που ο λαός τέρμα βάζει στη μιζέρια
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα

Και δεν έγινες εργατομανδαρίνος

Ούτε τέρας ιερό να κυνηγάς τον παραβάτη

Και τον ήρωα να κάνεις πίσω από το γραφείο
Σε αντίθεση αγεφύρωτη με τα παλιά παράσημά σου
Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα


Μπαλάντα για τους ασφαλίτες

Αισθήματα έχω αδερφικά
για της ασφάλειας τα φτωχά λαγωνικά

που με χιόνια και βροχές
να με φυλάνε έχουν διαταγές.

Μικρόφωνα βάζουν για ν’ ακούν
όσα από το στόμα μου περνούν

τραγούδια και βρισιές κι αστεία
στον καμπινέ και στην τραπεζαρία.

Αδέρφια μου ασφαλίτες, εσείς μόνο
τον δικό μου ξέρετε τον πόνο.


Εσείς ξέρετε πως
η σκέψη μου είναι διαρκώς

τρυφερή και παθιασμένη
στον αγώνα αφιερωμένη.

Λόγια που αλλιώς θα ‘χαν χαθεί
στα μαγνητόφωνά σας έχουνε γραφτεί.

Και για ύπνο όταν πάτε
τα τραγούδια μου ξέρω τραγουδάτε.

Ευχαριστώ γι αυτό πολύ
συνεργάτες μου πιστοί.


*Τα ποιήματα μελοποιήθηκαν από το Θάνο Μικρούτσικο και ερμηνεύτηκαν από την Μαρία Δημητριάδη το 1975, στο δίσκο “Πολιτικά τραγούδια'.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου