Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Μια άλλη όσο πρέπει (θέλουμε να ελπίζουμε) αποστασιοποιημένη - από παθογένειες και σύνδρομα - επεξήγηση των εκλογικών συμπεριφορών στην τρέχουσα περίοδο της Ελληνικής κρίσης

Είναι πολύ προφανές. Τόσο πολύ προφανές ώστε να προκαλεί βαρεμάρα η τελείως αναλυτική παρουσίασή του. Και επειδή η βαρεμάρα είναι κακός σύμβουλος για την γραφή, επειδή λόγω βαρεμάρας εύκολα, πολύ εύκολα, δραπετεύει η ανακρίβεια, και επειδή με την ανακρίβεια έχουμε και θέλουμε να συνεχίσουμε να έχουμε εχθρική σχέση, θα παρουσιάσουμε ενώπιον σας το προφανές όσο πιο κοφτά γίνεται, χωρίς πολλές κουβέντες και αναλύσεις. Δεν θα μπούμε καν σε τέρμα αποδεικτικές λεπτομέρειες, σε χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς αυτό το “προφανές” εξηγεί ως σημείο αναφοράς τις (λεγόμενες) εκλογικές συμπεριφορές στη χώρα των νεοελλήνων. Θα αρκεστούμε στις προφανέστερες όλων ενδείξεις του.

Η εκλογική υπεροχή στην Ελλάδα του κόμματος που προσδιορίζει εαυτόν ως ριζοσπαστική αριστερά και του προσώπου το οποίο εμφανίζεται ως ο ηγέτης του (πακέτο πάνε αυτά, το πολιτικό μαγαζί είναι η βιτρίνα του και η βιτρίνα είναι το μαγαζί) έχει ως σημείο αναφοράς την παγιωμένη – εδώ και ουκ ολίγα χρόνια – ισχύ του συνδρόμου “δεν πληρώνω”. Αντιληπτού όχι μόνο με την στενή χρηματική πάρε - δώσε αλλά με την ευρύτερη έννοια του (όποιου) αντίτιμου. Στην “περίπτωση” του συγκεκριμένου “μαγαζιού” και του προσώπου – βιτρίνας του, το κυρίαρχο νεοελληνικό κοινωνικό χαρακτηριστικό της κουτοπονηριάς “παίζει τα ρέστα του” ποντάροντας στην μόνη πιθανότητα που πάντοτε το καθόριζε, αυτήν δηλαδή της εξαπάτησης των καιρών.

Προσοχή, εστιάστε στην κρίσιμη διευκρίνιση που ακολουθεί για να μην μας παρεξηγήσετε. Η αναφορά στο κυρίαρχο νεοελληνικό κοινωνικό χαρακτηριστικό καμιά σχέση δεν μπορεί να έχει με την κακοπροαίρετη λαϊκίστικη μετάφραση ότι αυτό ορίζει τον καθέναν που “αθροίζεται” στις εκλογικές δυνάμεις της φερόμενης ως ριζοσπαστικής αριστεράς. Το κυρίαρχο αυτό χαρακτηριστικό είναι απλά και μόνο το σημείο αναφοράς, η αναγκαία βάση της εκλογικής κυριαρχίας. Ολίγον πιο επιτηδευμένα, επιτρέψτε μας την διατύπωση ότι για να γίνει το σε εμάς “προφανές” εξίσου προφανές και σε όσους δεν το έχουν ακόμα αναγνωρίσει ως τέτοιο, προϋπόθεση είναι η κατανόηση της έννοιας του συνδρόμου. Άλλο πράγμα η χειραφέτηση και ωρίμανση μιας πολιτικής στάσης – άποψης συμπυκνωμένης στο “δεν πληρώνω” που μπορεί δυνάμει να είναι έως και (γιατί όχι;) επαναστατική, και τελείως άλλο η επιτηδευμένη καλλιέργεια του ομόηχου κοινωνικού συνδρόμου. Όπου στην πολιτική μετάφραση – άτιμη κοινωνική  και πολιτική νεοελληνική καθυστέρηση - γίνεται … πανικός! Άλλο θέμα αυτό, μέγα θέμα, δεν θα το “πιάσουμε” στο παρόν, “πάει” και αυτό για κάποια στιγμή αργότερα. Σύντομα.

Πίσω στο θέμα μας, πίσω στο “προφανές”: Η κυριαρχημένη από ένα (όποιο) σύνδρομο συμπεριφορά είναι εμφανέστατη, διότι υπακούει σε μια πολύ αυστηρού και συγκεκριμένου τύπου συνέχεια. Πολύ απλά, το σύνδρομο είναι τα πάντα, ότι ξεφεύγει ή αμφισβητεί ή συγκρούεται με “αυτά τα πάντα” αντιμετωπίζεται μετωπικά ως ύποπτο, σκόπιμο, ψευδές.  Η καχυποψία αντιμετωπίζει ως ύποπτη κάθε αμφισβήτησή της, η εσωτερική σκοπιμότητα ταύτισης με το ψεύδος αντιμετωπίζει ως σκόπιμη κάθε απόπειρα ίασής της, το ψεύδος καθαυτό αντιμετωπίζει ως ψευδή κάθε διαδικασία αποκάλυψής του. Το σύνδρομο καθαυτό υπάρχει μόνο για να υπηρετείται από τα πάντα, γι’ αυτό και είναι τα πάντα. Καμία δεύτερη σκέψη, καμία προοπτική, κανένας άλλος λόγος ύπαρξης. Μόνο αυτό. Και οικείοι με αυτό, αν μη τι άλλο ανεχτοί, “δικοί του”, αυτοί και μόνο αυτοί που το καλλιεργούν και υπηρετούν.

Τα capital controls στην Ελλάδα θα μπορούσαν βάσει της τυπικής πολιτικής λογικής να θεωρηθούν ενδιαφέρουσα ή και θετική εξέλιξη μόνο από κάποιους οι οποίοι τάσσονται υπέρ της εξόδου της χώρας από την λεγόμενη “ζώνη του ευρώ” ή ακόμα πιο προχωρημένα υπέρ της μετωπικής αμφισβήτησης του καπιταλιστικού συστήματος προσδοκώντας την ανατροπή του. Από τους λοιπούς – εμείς δεν παίρνουμε θέση και, πιστέψτε μας, το εννοούμε – θα έπρεπε βάσει της κοινής λογικής να θεωρηθούν αρνητική εξέλιξη. Θα έπρεπε αν μη τι άλλο να θεωρείται αυτονόητο ότι σημαίνουν περαιτέρω “διολίσθηση επιπέδου” της χώρας με δεδομένη την παραμονή της στην ευρωζώνη. Όπως και να έχει, αυτή η αυτονόητη λογική δεν επέδρασε στη διαδικασία δημοψηφίσματος που ακολούθησε, το εκλογικό κοινό φέρεται να αποδέχτηκε την προσφερθείσα άποψη ότι ψηφίζοντας ΟΧΙ ενισχύει την διαπραγματευτική ισχύ της χώρας “εντός ευρώ” και να αγνόησε την διολίσθηση που τα capital controls εξ ορισμού και εξ αντικειμένου – με την χώρα “εντός ζώνης – ήταν και σήμαιναν. Πολλοί – τότε – από τους “αναλυτές” υπέρμαχους του ΝΑΙ (ενός ΝΑΙ που εκ των εξελίξεων θα τους λογίζεται – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και έτσι – είτε παραπλανημένο είτε και παραπλανητικό) ερμήνευσαν την μεγάλη υπεροχή του ΟΧΙ ως αποτέλεσμα του συσσωρευμένου κοινωνικού θυμού τον οποίον αύξησαν οι έξωθεν εναντίον του πιέσεις. Δεν ήταν και δεν είναι ακριβώς έτσι, δεν ήταν και δεν είναι αυτή η κρίσιμη ερμηνεία…

Το δεδομένο της παραμονής στην ευρωζώνη επιβεβαιώθηκε σε χρόνο (πολιτικά) μηδέν, η φερόμενη από τους εν Ελλάδι πολιτικούς διαπραγματευτές της ως “καταναγκαστική συμφωνία” υπερψηφίστηκε από τους πάντες της “ευρωπαϊκής προοπτικής”. Ο βασικός υπέρμαχος του προηγηθέντος λίγες μόλις εβδομάδες ΟΧΙ κυβερνητικός συνασπισμός την πούλησε εκλογικά ως την καλύτερη δυνατή για τις περιστάσεις που “δημιουργεί προοπτικές για την χώρα”. Πούλησε, με μια κουβέντα, το λογικά αδιανόητο πακέτο “προϊόν εκβιασμού που δημιουργεί προοπτικές”! Και ως εκ του αποτελέσματος πάλι αποδείχτηκε, η πώληση ήταν (ξανά) επιτυχής. Όχι απλά και μόνο επανεξελέγησαν οι πωλητές των λογικά αδιανόητων “προοπτικών κατόπιν εκβιασμού”, επανεξελέγησαν και πανηγυρικά. Οι ίδιοι ξανά μανά (της προηγούμενης παραγράφου) αναλυτές ερμηνεύουν σήμερα την υπεροχή τους ως αποτέλεσμα του παρατεταμένου κοινωνικού θυμού κατά των προκατόχων τους και της συνακόλουθης κοινωνικής ανάγκης για μια δεύτερη ευκαιρία. Δεν ήταν και δεν είναι ακριβώς έτσι, δεν ήταν και δεν είναι αυτή η κρίσιμη ερμηνεία.

Η ημιμάθεια και η κουτοπονηριά ήταν και είναι το κυρίαρχο νεοελληνικό κοινωνικό χαρακτηριστικό. Στην λόγω βαθιάς κρίσης επαπειλούμενη “εποχή των τεράτων” η αποκαλούμενη και φερόμενη ως δημοκρατική αντιπροσώπευση τείνει διαρκώς και περισσότερο να αποκαλύπτει ως έχουν τα κυρίαρχα κοινωνικά χαρακτηριστικά, να μην τα συγκαλύπτει. Η κουτοπονηριά ανταμείβει την κουτοπονηριά επακριβώς, στα ίσα, άμεσα και όχι έμμεσα, η έννοια της αντιπροσώπευσης λειτουργεί ολοένα και λιγότερο ως “λειαντική”. Αυτά σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης.

Στο δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης οφείλουμε να “ακουμπήσουμε” το διαχρονικό περιεχόμενο του κυρίαρχου νεοελληνικού κοινωνικού χαρακτηριστικού (κουτοπονηριά), ώστε να νιώσουμε τι είναι και τι σημαίνει το κοινωνικό σύνδρομο “δεν πληρώνω”. Και, σε τρίτο επίπεδο, να επιχειρήσουμε το πέρασμα από το “κοινωνικό” στο “προσωπικό” – πώς το “κοινωνικό” επιδρά ή τείνει κυριαρχικά να επιδράσει στο “προσωπικό” και αντίστροφα - ώστε η ανάλυσή μας να είναι πλήρης. Όμως δεν θέλουμε να είναι πλήρης, με το συμπάθιο, ακριβής θέλουμε να είναι ώστε να “λέει κάτι” σε αυτούς που θέλουν πράγματι “να το σκέφτονται”. Οπότε ξεχάστε το τρίτο επίπεδο, επιστροφή στο δεύτερο…

Το κοινωνικό σύνδρομο “δεν πληρώνω” είναι αυτό που εκτόξευσε εξ’ αρχής εκλογικά αυτούς που αν μη τι άλλο δεν το αμφισβήτησαν, στην πρώτη φάση τόσο τους φερόμενους ως “ριζοσπάστες της αριστεράς” όσο και τους απροκάλυπτα “καμένους” της ακροδεξιάς (η συρρίκνωσή των δεύτερων στις επόμενες φάσεις είναι προφανές αποτέλεσμα του επικουρικού/συνεταιρικού ρόλου τους στο πλευρό των πρώτων). Είναι αυτό, επίσης, που έκρινε το αποτέλεσμα του φοβερού και τρομερού δημοψηφίσματος! Αυτό ήταν και ας φαίνεται σε κάποιους – όχι λίγους – συνειδητά προοδευτικούς/ αριστερούς ανθρώπους τόσο εναντιωμένη στους πόθους τους αυτή η διάγνωση που θα μπορούσαν να τη νιώσουν ως και “υβριστική”.

Τα capital controls - αμέσως μετά την πρώτη φάση της έκπληξης όπου φέρεται να ενεργοποιήθηκαν κάποια στοιχειώδη συντηρητικά/αμυντικά αντανακλαστικά που παραπέμπουν σε συνθήκη μιας κάπως τυπικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας – λειτούργησαν ενισχυτικά/ υπηρετικά του κυρίαρχου συνδρόμου, “δεν πληρώνω πόσο μάλλον που και να ήθελα δεν μπορώ να πληρώσω”. Το υπερήφανο ΟΧΙ – έντιμα απολογούμαστε για την διάγνωση, θα θέλαμε και εμείς να ήταν άλλη, όμως δυστυχώς αδυνατούμε να υποκύψουμε στο (έτερο) σύνδρομο άρνησης της πραγματικότητας επειδή η άτιμη δεν συμπορεύεται με τις επιθυμίες μας – δεν είχε ως πυρήνα του την έναρξη μιας (όποιου) ανατρεπτικού τύπου διαδικασίας χειραφέτησης της υπερήφανης ελληνικής κοινωνίας αλλά τη νεοελληνική κυρίαρχη κουτοπονηριά την ευθέως συνδεδεμένη με το κυρίαρχο κοινωνικό σύνδρομο “δεν πληρώνω”. Αν ήταν αλλιώς, για σκεφτείτε το λίγο, δεν θα ήταν αρκετά αλλιώς και τα αποτελέσματα των εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου; Ολίγον πιο … ριζοσπαστικά;

Όσο περισσότερο κυριαρχεί το σύνδρομο τόσο περισσότερο θα ακούγονται κορώνες περί χειραφέτησης ή αγώνα και τόσο περισσότερο η όποια πιθανότητα αληθινής διαδικασίας χειραφέτησης θα ξεμακραίνει, θα χάνεται. Ενθυμούμαστε αφελείς πλην έντιμους φίλους να απορούν τόσο για το αποτέλεσμα καθαυτό του περίφημου δημοψηφίσματος όσο και για την αδιανόητη, απευθυνόμενη μόνο σε παντελώς “καθυστερημένους” ρητορική στα πριν και στα μετά του. Επένδυση στο σύνδρομο, καλλιέργεια του συνδρόμου, το πιάνετε πλέον; Οι ίδιοι απορούσαν, τόσο για την ολιγωρία στις περίφημες διαπραγματεύσεις και την ρητορική που τη συνόδευε – δίνουμε μάχη ενάντια σε σαφώς υπέρτερο αντίπαλο ποντάροντας στους συσχετισμούς δυνάμεων που θα δημιουργήσουμε - όσο και για την αδιανόητη στον κοινό λογικό νου της ρητορικής – υποκύψαμε σε εκβιασμό εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα συμφωνία με προοπτική – που συνόδευσε την έκβασή τους. Όσο ο χρόνος άπραγος “τράβαγε” και λογαριασμός δεν ερχόταν, τόσο το κυρίαρχο σύνδρομο ανάσαινε και “κέρδιζε” χρόνο να ανασαίνει. Θυμάστε κάτι, έστω αμυδρά, έστω λίγα από τα πάμπολλα περί κέρδους χρόνου που κείνες τις μέρες παράλογα εκστομίζονταν; Επένδυση στο σύνδρομο, καλλιέργεια του συνδρόμου, ακόμα δεν το πιάνετε;

Από πάνω προς τα κάτω ή από κάτω προς τα πάνω; Πολιτικοί τυχοδιώκτες χειρίστου είδους ή έστω προκλητικά ημιμαθείς είναι αυτοί που καθόρισαν ως κυριαρχικό και πολιτικά το κοινωνικό σύνδρομο ή το κοινωνικό σύνδρομο είναι αυτό που καθόρισε πολιτικά αυτούς; Επειδή η λεγόμενη δημόσια συζήτηση είναι δομημένη στα μέτρα της λεγόμενης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, το οποίο σημαίνει ότι οι βασικές θέσεις της υπακούουν στην αυτοδέσμευση σύγκρισης των υφιστάμενων πολιτικών προτάσεων, οι εύκολοι συνειρμοί θα “ήθελαν” ως λογική την απάντηση “από πάνω προς τα κάτω”. Όμως δεν είναι έτσι. Αν θεωρήσουμε ότι χρήσιμη απάντηση – η χρησιμότητα είναι αυτή που κρίνει την δημόσια σκέψη όχι η ανάδειξη της βαθύτερης αλήθειας που είναι για τον καθένα υπόθεση βαθιά προσωπική – είναι η διακοπή το ταχύτερο δυνατόν της κυριαρχίας του κοινωνικού συνδρόμου “δεν πληρώνω”, ο καλύτερος δρόμος είναι “από τα πάνω προς τα κάτω”: Πριν στραφεί εναντίον και των ημιμαθών τυχοδιωκτών που (ακολουθεί η ηπιότερη δυνατή διατύπωση) έχουν συνδεθεί με τη σύγχρονη πολιτική κυριαρχία του, πριν το επικίνδυνο σήμερα φλερτ με την “εποχή των τεράτων” αρχίζει να αποκτά τα αποκρουστικά χαρακτηριστικά της μόνιμης σχέσης.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι οι καιροί θα το φέρουν ώστε να πρέπει διακριτικά έστω να διευκολυνθούν/ βοηθηθούν οι τυχοδιώκτες στην εξαιρετικά δύσκολη προσπάθεια να χειραγωγήσουν αυτό που φαινομενικά τους κατέστησε κυρίαρχους. Έτσι θα πρέπει να γίνει. Και με την αληθινή πρόοδο, την χειραφέτηση, την υπόθεση μιας άλλης (αληθινής) αριστεράς τι μέλλει γενέσθαι; Αυτή πάντα ήταν, είναι και θα είναι άλλη υπόθεση, υπόθεση αληθώς “από τα κάτω”. Αν και όταν απεμπλακεί από αυτούς που στο όνομά της “από τα πάνω” αποκλειστικά και μόνο (αποζητούν να) την εμπορεύονται τότε μπορεί και να εξελιχτεί…   

Δημοσκοπικά στοιχεία. Ηλικιακή κατανομή, ανά φύλο, ακόμα και το τι ψήφισαν οι κυρίαρχες της πολιτικής του ελληνικού νοικοκυριού νοικοκυρές αλλά και το πότε φέρονται να το αποφάσισαν. Η κυριαρχία του συνδρόμου "δεν πληρώνω" είναι αποδείξιμη, απλώς χρειάζεται και μια κάποια δουλειά για την συλλογή των αποδείξεων. Περιλαμβανομένων (πλην των ποσοτικών) και ποιοτικών στοιχείων από έρευνες εκλογικής συμπεριφοράς των "νοικοκυριών" εδώ και κάμποσους μήνες. Την έχουμε κάνει την δουλειά, έχουμε τις αποδείξεις, όπως όμως και εισαγωγικά γράφουμε δεν χρειάζονται. Όποιος μπορεί να καταλάβει τα προφανή θα τα καταλάβει, για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε...   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου