Γόνος οικογένειας φτωχής, πλην φανατικά
δοσμένης στην βιβλίο-ανάγνωση. Από πολύ μικρός, με την παρότρυνση των βιβλιοφάγων γονιών του, θα
ανακαλύψει την τέρψη της λογοτεχνίας. Σε ηλικία μόλις δεκαπέντε χρόνων θα
εργαστεί στον χώρο του τύπου. Σε μια μικρή εφημερίδα στην γενέτειρά του πόλη
του Οχάιο, στον άκρως εθιστικό ρόλο του “δαίμονα
του τυπογραφείου”. Μια εξάρτηση από την οποία δεν θα απαλλαγεί ποτέ…
Ο μίτος του βίου του κάτι παραπάνω από ενδιαφέρων, πολυτάραχος
στα όρια του “μυθιστορηματικού”. Μέχρι τέλους και ακόμα παραπέρα…
Ο Άμπροουζ Μπιρς θα εξαφανιστεί από προσώπου γης το 1913,
όταν, στα 71 του χρόνια, αποφασίζει να ταξιδέψει στο Μεξικό και να συνοδεύσει
ως ρεπόρτερ τον επαναστατικό στρατό του Πάντσο Βίγια. Ένα γράμμα σε ένα φίλο
(Δεκέμβριο του 1913) ήταν το τελευταίο σημείο ζωής που άφησε, κατόπιν …
άφαντος. Όσες έρευνες και αν έγιναν, όσες εικασίες και αν διατυπώθηκαν, η
εξαφάνιση του παρέμεινε και παραμένει ένα μυστήριο που ποτέ δεν διαλευκάνθηκε.
Ταιριαστό,
αναμφίβολα, τέλος, για έναν δαίμονα, έστω του τυπογραφείου. Πέρασμα από τη ζωή
περιπετειώδες και άξαφνη εξαφάνιση, ωσάν να μην πέθανε ποτέ. Υπό μια έννοια – όπως ο κάθε αγνοούμενος –
αθάνατος! Το ίδιο και το ίχνος που άφησε στον αιώνα τον άπαντα πίσω του, το
“Αλφαβητάρι του Διαβόλου” του. Καθένα από τα περιπετειώδη λήμματα του οποίου
θαρρείς πως ξεπηδά από τα έγκατα της γης, της ίδιας γης που κατάπιε τον
δημιουργό τους.
Το Αλφαβητάρι του Διαβόλου είναι το πλέον γνωστό και διαχρονικά
δημοφιλές έργο του Άμπροουζ Μπιρς, ενός από τους σημαντικότερους δημοσιογράφους
και συγγραφείς στο δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ου
αιώνα. Εκδόθηκε πρώτη φορά το 1906 ως το “Λεξικό του κυνικού”
και πέντε χρόνια μετά (1911) στην ολοκληρωμένη του τελική μορφή και με τον
τίτλο που έμεινε διάσημο.
Αναδύει μια
άκρως απαισιόδοξη ματιά στον άνθρωπο, στη ζωή, τον έρωτα και το χιούμορ –
τα στοιχεία παραλόγου της οποίας παραπέμπουν με διακριτό τρόπο στο “Λεξικό των
κοινών τόπων” του Φλομπέρ. Μια ματιά στον πυρήνα της μαύρη, κατάμαυρη, σαν τα
πιο αδιαπέραστα σκοτάδια της ψυχής που ακόμα και ο πιο λαμπερός νους αδυνατεί
να φωτίσει. Μια ματιά κάτι παραπάνω από αιρετική, μια ματιά “διαβολική” τόσο
που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έως και “επαναστατική”.
Όπως, ίσως, οι ματιές
όλων των ανθρώπων που αντιστάθηκαν στην φτώχεια τους διεκδικώντας μέχρι τέλους
και ακόμα παραπέρα την “άλλη” της γνώριμης των πολλών αθανασία, αυτήν της
αληθινής μόρφωσης…


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου