Όχι μόνο φιλόλογοι
δεν είμαστε, αλλά και ουδέποτε σε τούτη τη ζωή φλερτάραμε με αυτή τη
πιθανότητα. 100% αθώοι και “μύγα στο σπαθί μας” δεν δεχόμαστε. Oύτε γι' αστείο!
Εξ ου και νιώθουμε στοιχειωδώς απελευθερωμένοι να
σας προτείνουμε το κείμενο που σας προτείνουμε με τον (δικό μας) τίτλο που σας
το προτείνουμε, αλλά και το βιβλίο εντός του οποίου περιέχεται – “Η αυθάδεια των αθώων”, Μίμης
Σουλιώτης, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ 2013 – ως αξιανάγνωστο. Ιδιαίτερα το Καλοκαίρι όπου το
φλερτ με τους βαθμούς ελευθερίας ακόμα και για τους πλέον ενοχικούς ανθρώπους
φέρεται να είναι λιγάκι πιο έντονο.
Στο
βιβλίο του Σουλιώτη το κείμενο – δημοσιευθέν πρώτη φορά
στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ τον Αύγουστο του 2011 - δημοσιεύεται υπό τον τίτλο “Για το τελικό νυ”:
Σε εκατομμύρια ανέρχονται οι αθώοι που έχουν
βασανιστεί στον γραπτό λόγο με το τελικό νυ: να το βάλουν ή να μη; Και
αμέτρητες μονάδες έχουν σπαταληθεί σε φαξ, e-mail και
αγωνιώδη τηλεφωνήματα γραμματέων που είχαν ως θέμα την αναγραφή του
επικατάρατου ή μη…
Στον γραπτό λόγο τηρούμε βεβαίως τις συμβάσεις, αλλά
στην περίπτωση που η γραμματική μας δυσκολεύει, αφού στους αρχικούς κανόνες για
την διατήρηση ή την απαλοιφή του τελικού νυ αναγκάστηκε να επιφέρει
μεταγενέστερες αλλαγές ή να επιτρέψει εξαιρέσεις, όπως ότι στα κύρια ονόματα
και στο αρσενικό του επιθέτου το διατηρούμε, π.χ. “τον Ξέρξη”, “τον δικτυακό
τόπο”. Πέραν αυτού, η γραμματική εξαιρώντας συνιστά να γράψουμε λ.χ. “Δεν θέλω”,
άλλο δηλώνει όμως το “Δε θέλω”, γι’ αυτό και εκφωνούμε μετ’ επιτάσεως το τελικό
νυ όποτε επιθυμούμε να δώσουμε έμφαση στην άρνησή μας: στην προφορική χρήση του
τελικού νυ είμαστε όλοι ίδιοι, παιδιά και ενήλικες, πανεπιστημιακοί και
υδραυλικοί.
Κατ’ αρχήν και γενικώς, το τελικό δεν υποφέρεται από
το νεοελληνικό μας αφτί, όπως θαυμάσια το περιγράφει, ήδη από τον 19ο
αιώνα, ο Ροΐδης: <<Αλλά πάντα τα ανωτέρω είναι μικρά και ασήμαντα
συγκρινόμενα προς την ανυπέρβλητον αηδίαν, την οποίαν προξενεί ο αδιάλειπτος
εις το τέλος των λέξεων του ν κωδωνισμός. Γνωστόν είναι ότι ο νεώτερος Έλλην
εις μόνους τους ιεροψάλτας συγχωρεί να μεταχειρίζωνται την μύτην ως όργανον
μουσικόν, αλλά ουδεμίαν ανέχεται εκτός της εκκλησίας ρινοφωνίαν. Η κατ’ αυτής
αντιπάθεια είναι τοσαύτη, ώστε ο νεώτερος Έλλην ή αποκόπτει το τελικόν ν πάσης
αιτιατικής λέγων “το γάμο, τη χαρά, τη θάλασσα, το θεό” κ.τ.λ. ή το μεταθέτει
πλειστάκις εις την αρχήν της επομένης λέξεως αρχομένης από φωνήεντος ή ψιλού,
προφέρων “το νοικοκύρη, το νόμο, το ντράγο, το μπατέρα, τη γκαρδιά μου”
>> κ.τ.λ. (Εμμ. Ροΐδης, “Η Δήθεν Ζημία”).
Ο ίδιος καταλήγει πως είναι προτιμότερο να γράφουμε
το τελικό νυ και ας το εκστομίζουμε ως πυρ κατά βούληση, μιμούμενοι “τας άλλας
νεωτέρας γλώσσας, των οποίων ικανά γράμματα ποικίλως προφέρονται ή και τελείως
σιωπώνται κατ’ ευφωνικούς κανόνας καθιερωθέντας υπό της συνηθείας και μη
αλλοιώσαντας την γραφήν”. Την ίδια λύση για το υποχονδριακό τούτο πρόβλημα
προσυπέγραφε αργότερα με σχόλιό του και ο Κ.Π. Καβάφης, που επιχειρηματολογεί:
η εκφώνηση του τελικού νυ <<έπρεπε να αποβληθή εκεί όπου το πνεύμα της
νεωτέρας ελληνικής γλώσσης αντιτάσσεται εις αυτήν. Ημπορούσε να γράφεται μόνον
χάριν της γλωσσικής παραδόσεως και εξωτερικής ενότητος, ως το γαλλικόν τελικόν “t”, “s” ή “r”, ή – πάντοτε ως τα γαλλικά τελικά
– να προφέρεται, υπό όσων απαιτούν ακριβεστέραν ευφωνίαν, μόνον ότε έπεται
φωνήεν>> (Γ.Π. Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, Β!).
Επειδή η γραπτή απόδοση της γλώσσας είναι έτσι κι
αλλιώς χονδρική, ας το γράφουμε παντού και πάντα το τελικό νυ για να
ξεμπερδεύουμε – κι όποιος θέλει το εκφωνεί, όποιο το απεχθάνεται κατά την
ροϊδική περιγραφή, το αποσιωπά: έτσι επιβαρυνόμαστε με πρόσθετο πληκτρολόγημα
στο γραπτό μας, αποδεσμεύουμε όμως την σκέψη μας.
Σχόλιο
(δικό μας): Αθώοι πάσας φιλολογικής ενοχής και με
όση αυθάδεια τούτο συνεπάγεται – η εξήγηση απευθύνεται στους όποιους ενοχικά
ενίστανται στον τίτλο της ανάρτησης – συμφωνούμε και συνυπογράφουμε ότι ο κατάλληλος τόπος για
το νυ το τελικό είναι αυτός που αποδεσμεύει τη σκέψη από την έννοια του.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου