Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Fast-thinkers, παραδεδεγμένες ιδέες, "τακτικοί των μέσων" και η "σκέψη που σκέπτεται": Take your time to think

Μπορούμε άραγε να σκεφτούμε καλά μέσα στην ταχύτητα;

Με αφορμή/ ευκαιρία τον “χαμό” που, αν πιστέψουμε τις τηλεοπτικές ενημερώσεις στη χώρα των νεοελλήνων τούτες τις μέρες του μοιράσματος της τηλεοπτικής πίτας, γίνεται, λάβετε μια ακόμα δόση προς εμβάθυνση των προβληματισμών σας – τίποτε δεν είναι θέσφατο, πέραν του ότι δεν υπάρχουν θέσφατα – από το προ εικοσαετίας εκδοθέν κόκκινο βιβλιαράκι του PIERRE BOURDIEU “για την τηλεόραση”.  

Λάβετε εισαγωγικά και την τίμια “εξομολόγησή μας” ότι από πλευράς μας αντιλαμβανόμαστε τον συγκεκριμένο φερόμενο ως χαμό (και όχι ειδικά και μόνο αυτόν τον χαμό, αλλά τον κάθε ειδησεογραφικά φερόμενο ως χαμό) αποκλειστικά και μόνο ως μια ακόμα - από τις διαρκείς που η ζωή ετούτη προσφέρει - αφορμή/ ευκαιρία για την από μέρους μας προσφορά και την από μέρους σας λήψη δόσεων προβληματισμού. Take your time to think, η ανάρτηση θα παραμείνει στη θέση της εσαεί.

Μπορούμε άραγε να σκεφτούμε καλά μέσα στην ταχύτητα;

Σύμφωνα με το κόκκινο βιβλιαράκι “για την τηλεόραση” του BOURDIE, το μείζον πρόβλημα που θέτει η τηλεόραση είναι αυτό της σχέσης (σειράς σχέσεων) ανάμεσα στη σκέψη και στην ταχύτητα. Επ’ αυτού γράφει:

Μπορούμε άραγε να σκεφτούμε καλά μέσα στην ταχύτητα;

Η τηλεόραση, δίνοντας τον λόγο σε στοχαστές οι οποίοι είναι προεξοφλημένο ότι στοχάζονται πάντα με μεγάλη ταχύτητα, καταδικάζεται να έχει πάντα μόνο fast-thinkers, στοχαστές που στοχάζονται πιο γρήγορα κι από την σκιά τους.

Πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί οι συγκεκριμένοι “στοχαστές” είναι ικανοί να ανταποκριθούν σε αυτές τις τελείως ιδιάζουσες συνθήκες, γιατί κατορθώνουν να σκέφτονται κάτω από συνθήκες όπου κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί πια.

Η μόνη λογική απάντηση είναι (ποια άλλη;), επειδή σκέφτονται με “παραδεδεγμένες ιδέες”. Οι “παραδεδεγμένες ιδέες”, για τις οποίες κάνει λόγο ο Flaubert, είναι ιδέες αποδεκτές από όλο τον κόσμο, κοινότυπες, συμβατικές, πεζές. Την ίδια στιγμή όμως είναι επίσης ιδέες οι οποίες, όταν τις προσλαμβάνετε, είναι ήδη παραδεδεγμένες, έτσι ώστε δεν τίθεται πρόβλημα πρόσληψης. Όμως, είτε πρόκειται για μια διάλεξη, για ένα βιβλίο ή για ένα τηλεοπτικό μήνυμα, τα μείζον πρόβλημα της επικοινωνίας έγκειται στο ερώτημα αν πληρούνται ή όχι οι όροι πρόσληψης του μηνύματος. Σε απλά λόγια: αυτός που ακούει έχει άραγε τον κώδικα για να αποκωδικοποιήσει αυτό που του λέω;

Όταν εκπέμπεται μια “παραδεδεγμένη ιδέα” είναι σαν τα πράγματα να ήταν ήδη δεδομένα: το πρόβλημα έχει λυθεί! Η επικοινωνία είναι στιγμιαία, επειδή, κατά μια έννοια, δεν είναι επικοινωνία. Ή, ακριβέστερα, είναι μόνο φαινομενική. Η ανταλλαγή κοινοτυπιών είναι επικοινωνία χωρίς άλλο περιεχόμενο από το γεγονός το ίδιο της επικοινωνίας.

Οι “κοινοί τόποι” που παίζουν τεράστιο ρόλο στην καθημερινή συζήτηση, έχουν αυτό το προτέρημα, ότι όλος ο κόσμος μπορεί να τους αποκωδικοποιήσει και να τους αποκωδικοποιήσει στιγμιαία: λόγω της πεζότητάς τους, είναι κοινό κτήμα στον πομπό και στον δέκτη.

Αντίθετα, η σκέψη είναι εξ ορισμού ανατρεπτική: οφείλει να εξαρθρώσει τις όποιες “παραδεδεγμένες ιδέες” και κατόπιν οφείλει να τις αποδείξει. Όταν ο Decquartes μιλά για αποδεικτική διαδικασία, μιλά για μακρές αλυσίδες λόγου. Πράγμα που απαιτεί χρόνο, αφού πρέπει να αναπτυχθεί μια σειρά προτάσεων αλυσοδεμένων με “άρα”, “κατά συνέπεια”, “εντούτοις”, “εννοείται ότι”…

Αυτή όμως η ανάπτυξη της σκεπτόμενης σκέψης είναι εγγενώς συνδεδεμένη με τον χρόνο.

Αν η τηλεόραση ευνοεί τους fast thinkers που προσφέρουν πολιτισμικό fast food, δηλαδή προ-χωνευμένη πολιτισμική τροφή, προ-σκέψη, δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός (μέρος της υποταγής του μέσου στο επείγον) ότι υπάρχει ένα σημειωματάριο διευθύνσεων, ούτως ή άλλως πάντα απαράλλαχτο (στη Ρωσία είναι ο κύριος τάδε ή η κυρία Χ, στη Γερμανία είναι ο κύριος Ψ): υπάρχουν οι επιβεβλημένοι ομιλητές οι οποίοι απαλλάσσουν από την υποχρέωση να αναζητηθούν αυτοί που πραγματικά θα είχαν να πουν κάτι, δηλαδή, κάποιοι νέοι, ακόμα άγνωστοι, αφοσιωμένοι στην έρευνα τους, χωρίς τη τάση να συχνάζουν στα μέσα ενημέρωσης, τους οποίους θα έπρεπε να τους αναζητήσουν, τη στιγμή που υπάρχουν πάντα κάποιοι έτοιμοι, πάντα διαθέσιμοι και πρόθυμοι να γράψουν το κείμενό τους ή να δώσουν τη συνέντευξή τους, οι “τακτικοί” των μέσων.  Άλλωστε, είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι, για να είσαι ικανός να “σκεφτείς” κάτω από συνθήκες όπου κανείς δεν σκέφτεται, πρέπει να είσαι ειδικού (τηλεοπτικού) τύπου στοχαστής.

Υστερόγραφο (δικό μας):  Έχουν γεμίσει – γενικά κρίνοντας – όλοι οι κοινοί τόποι (τηλεοπτικοί, διαδικτυακοί) από fast thinkers, βαριά πάσχοντες από το ναρκισσιστικό σύνδρομο (περί αυτού πρόκειται), οι οποίοι με πάθος που παραπέμπει στη πιο μεγάλη δυνατή μοναξιά συναγωνίζονται σε ατάκες επιδεικνύουσες την διαρκή προσήλωσή τους στον ορθολογισμό, διόλου αντιλαμβανόμενοι (οι …ανόητοι) ότι αυτή η τεχνική - υποβολής του ορθολογισμού ως “παραδεδεγμένης ιδέας” - τον ανατρέπει (έννοια του καθρέπτη) ως αυτό που πράγματι είναι.

Ειδικότερα κρίνοντας: Η άσκηση της ως άνω υποβεβλημένης και αναπτυγμένης από την χρόνια τηλε-όραση/τηλέ-θέαση ειδικής (ναρκισσιστικής) τεχνικής - που “θέλει” να αντιλαμβάνεται την εύκολη ατάκα ως περιεκτική σκέψη και αυτό το “ειδικό είδος” περιεκτικής σκέψης ως επιβεβλημένο/ επιδεικτικό τεκμήριο ορθολογισμού - στο της περί τηλεόρασης πεδίο συζήτησης/ χαμού που υποβάλλεται τηλεοπτικά στη κοινωνία “νεύρα- σμπαράλια” των νεοελλήνων τούτες τις μέρες,  είναι μια πολύ καλή αφορμή/ ευκαιρία: Διαστέλλοντας την δοσμένη by the book ναρκισσιστική ανοησία των fast thinkers στο ακρότατο όριο της αποκαλυπτικής γελοιότητας, αυξάνει τις δυνατότητες “όποιων μπορούν” - όχι τόσο εκτός όσο εντός τους - να την αποκαλύψουν/αναγνωρίσουν, αν μη τι άλλο να το προσπαθήσουν. Να φλερτάρουν (ξανά) με τη σκέψη που σκέφτεται”…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου